Ή θωράκιση τοϋ μαζοχιστικού χαρακτήρα

Ή θωράκιση τοϋ μαζοχιστικού χαρακτήρα

Πολλοί λίγοι μαζοχιστικοί χαρακτήρες άναπτύσσουν μαζοχι­στική διαστροφή. Άφοΰ μπορεί νά φτάσει κανείς σέ μιά κατανόηση τής σεξουαλικής οικονομίας τοΰ μαζοχιστή μόνο μέσα άπ’ τήν κατανόηση των άντιδράσεων τοΰ χαρακτήρα του, θ’ Ακολουθήσου­με, στήν παρουσίασή μας, τό δρόμο πού άκολουθεΐται γενικά σέ κά­θε ψυχανάλυση δπου ό ψυχαναλυτής δέν Ικανοποιείται μέ μιά θεω­ρητική έξήγηση τής περίπτωσης, άλλά θέλει ό άσθενής του νά φτά­σει στήν προτεραιότητα τής γενετησιότητας μαζί μέ όργαστική Ικα­νότητα.

Κάθε διαμόρφωση τοΰ χαρακτήρα, δπως τονίσαμε προηγούμε­να, έκπληρώνει δυό λειτουργίες: άρχικά, τή θωράκιση τοΰ έγώ ένάντια στόν έξωτερικό κόσμο κι ένάντια στίς άπαιτήσεις τών ένστικτων· καί, κατά δεύτερο λόγο, τήν οικονομική λειτουργία, δηλαδή, τήν κατανάλωση τής πλεονάζουσας σεξουαλικής ένέργειας πού δημιουργήθηκε άπ* τή σεξολίμνανση — βασικά, έπομένως, τή δέσμευση τοΰ συνεχώς παραγόμενου άγχους. “Αν αύτό ισχύει γιά κάθε διαμόρφωση τοΰ χαρακτήρα, τότε ό τρόπος πού έκπληρώνον- ται άπ* τό έγώ αύτές ol βασικές λειτουργίες είναι συγκεκριμένος, δηλαδή, άνάλογος μέ τή φύση τής νεύρωσης. Σ’ αύτή τή διαδικα­σία, κάθε χαρακτηρολογικός τύπος άναπτύσσει τό δικό του μηχανι­σμό. Είναι περιττό νά πούμε, δτι δέν άρκεΐ νά ξέρουμε τή βασική λειτουργία τοΰ χαρακτήρα τοΰ άσθενή (τήν άμυνα καί τή δέσμευση τοΰ άγχους)· είναι άπαραίτητο νά μάθουμε, δσο πιό σύντομα μπο­ρούμε, μέ ποιό ειδικό τρόπο έκπληρώνει αύτό τό έργο ό χαρακτή­ρας. Άφοΰ ό χαρακτήρας δεσμεύει τά ούσιαστικά μέρη τής λίμπιν­το (ή τοΰ άγχους)· άφοΰ, έπιπλέον, πρέπει ν’ άπελευθερώσουμε αύτά τά ούσιαστικά στοιχεία της σεξουαλικής ένέργειας άπ’ τή χρό­νια όχύρωσή τους στό χαρακτήρα καί νά τά διοχετεύσουμε τόσο στό γενετήσιο σύστημα δσο καί στό σύστημα έξιδανίκευσης, διεισδύουμε — παρακινούμενοι άπό θεραπευτική άνάγκη καί μέ τή βοήθεια τής άνάλυσης του χαρακτήρα — στό κεντρικό στοιχείο τής λειτουργίας τής ήδονής.

“Ας συνοψίσουμε τά κύρια χαρακτηριστικά τού μαζοχιστικού χαρακτήρα. Τ’ άνακαλύπτουμε μεμονωμένα σ’ όλους τούς νευρωτι­κούς χαρακτήρες καί δέν έμφανίζονται συνολικά σά μαζοχιστικός χαρακτήρας προτού νά συγκλίνουν καί νά προσδιορίσουν καθορι­στικά τό βασικό τόνο τής προσωπικότητας καί τίς τυπικές της άντι- δράσεις. Ένα τυπικό μαζοχιστικό γνώρισμα τού χαρακτήρα είναι ένα χρόνιο ύποκειμενικό αΓσθημα όδύνης, πού έκδηλώνεται άντικει- μενικά κι έμφανίζεται ειδικά σά μιά τάση νά παραπονιέσαι. Πρόσθε­τα χαρακτηριστικά τού μαζοχιστικού χαρακτήρα είναι οί χρόνιες τάσεις αύτοβασανισμοΰ κι αύτοταπείνωσης («ήθικός μαζοχισμός») κι ένα έντονο πάθος βασανισμού άλλων, άπ’ τό όποιο ό μαζοχιστής δέν ύποφέρει λιγότερο άπ’ δτι τό άντικείμενό του. Σ’ όλους τούς μαζοχιστές είναι κοινή μιά άδέζια, άστατη συμπεριφορά, πού κυριαρ­χεί ιδιαίτερα στούς ιδιότυπους τρόπους τους καί στη σχέση τους μέ τούς άλλους άνθρώπους. Σέ μερικές περιπτώσεις, αύτά τά χαρακτη­ριστικά μπορεί νά πάρουν τό χαρακτήρα ψευδο-άνοιας. Μερικές φορές έμφανίζονται κι άλλα γνωρίσματα τοϋ χαρακτήρα, άλλά δέν προκαλούν καμιά σημαντική άλλαγή στήν όλη είκόνα.

Έκεΐνο πού έχει σημασία είναι δτι, σέ μερικές περιπτώσεις, αύτό τό χαρακτηρονευρωτικό σύνδρομο έμφανίζεται άνοιχτά, ένώ σέ άλλες περιπτώσεις κρύβεται κάτω άπό μιά άπατηλή έμφάνιση.

“Οπως συμβαίνει καί μέ κάθε άλλη στάση τοϋ χαρακτήρα, ή μαζοχιστική στάση άντανακλαται 6χι μόνο στή συμπεριφορά άπέ- ναντι σ* ένα άντικείμενό, άλλά έπίσης μέσα στόν έσωτερικό κόσμο τού ίδιου τοϋ μαζοχιστή. Οί στάσεις πού άρχικά κατευθύνονταν πρός τά άντικείμενα, διατηρούνται έπίσης (κι αύτό είναι συχνά σημαντικό) καί πρός τά ένδοβαλμένα άντικείμενα, πρός τό ύπερε- γώ. Εκείνο πού ήταν άρχικά έξωτερικό κι ύστερα έσωτερικεύτηκε, πρέπει νά έξωτερικευτεΐ στήν ψυχαναλυτική μεταβίβαση. Στή μετα­βίβαση, ή συμπεριφορά τού άσθενή άπέναντι στόν ψυχαναλυτή, έπαναλαμβάνει αύτό πού άποκτήθηκε σέ σχέση μέ τό άντικείμενό, στήν παιδική ήλικία. Άπ’ τήν άποψη τού γενετικού ιστορικού, είναι άσχετο τό δτι, στό μεταξύ, ό ίδιος μηχανισμός λειτουργούσε έπίσης μέσα στό έγώ.

Ό άσθενής, πού θά μελετήσουμε τά βασικά χαρακτηριστικά τής ψυχανάλυσής του, χωρίς νά μπούμε σέ κάθε λεπτομέρεια τής άρρώ- στιας του, άρχισε τή θεραπεία προβάλλοντας τά άκόλουθα παράπο­να: ήταν έντελώς άνίκανος γιά έργασία καί κοινωνικά άπαθής άπ’ τά 16 του χρόνια. Στή σεξουαλική σφαίρα παρουσίαζε μιά σοβαρή μαζοχιστική διαστροφή. Δεν είχε ποτέ Ενδιαφερθεί νά Εχει σεξουα­λική Επαφή μέ κορίτσια, άλλά αύνανιζόταν τή νύχτα γιά ώρες, μέ τόν τρόπο πού χαρακτηρίζει τή δομή τής προγενετήσιας λίμπιντο. Κυλιόταν μέ τό στομάχι του καί ζουλούσε τό πέος του, Ενώ φαντα­ζόταν δτι Ενας άντρας ή μιά γυναίκα τόν χτυπούσε μ’ Ενα μαστίγιο. Κοντολογής, δέν αύνανιζόταν μέ τόν φυσιολογικό τρόπο, δηλαδή, διεγείροντας τό πέος μέ κανονική τριβή, άλλά μαλάζοντάς το, σφίγγοντάς το άνάμεσα στούς μηρούς του, τρίβοντάς το άνάμεσα στίς παλάμες του κλπ. Όταν ίνιωθε δτι κόντευε νά έκσπερματώσει, συγκρατιόταν καί περίμενε νά ύποχωρήσει ή διέγερση, προκειμένου μετά νά ξαναρχίσει. Αύνανιζόταν -μ’ αύτό τόν τρόπο κάθε νύχτα, συχνά καί τή μέρα, ώσπου τελικά, όλότελα Εξαντλημένος, άφηνε τόν έαυτό του νά Εκσπερματώσει καί τότε τό σπέρμα δέν έκτοξευό- ταν ρυθμικά, άλλά άπλως Ερεε. Μετά Ενιωθε τσακισμένος, ύπερβο- λικά κουρασμένος, άνίκανος νά κάνει τό παραμικρό, όξύθυμος, «μαζοχιστικός», βασανισμένος. ‘Ιδιαίτερα δύσκολο γι’ αύτόν ήταν νά σηκωθεί τό πρωί άπ’ τό κρεβάτι. Παρόλο τό αίσθημα Ενοχής πού τόν κυρίευε, δέν ήταν Ικανός νά ύπερνικήσει αύτό τό «χουζούρεμα». ‘Αργότερα περίγραψε τό δλο πράγμα σάν «μαζοχιστικό τέλμα». ‘Οσο περισσότερο Εξεγειρόταν Ενάντια σ* αύτό, τόσο λιγότερο κατάφερνε ν’ άπαλλαγεί άπ’ αύτή τή «μαζοχιστική διάθεση» καί τό­σο περισσότερο βυθιζόταν μέσα σ’ αύτό τό τέλμα. Είχε αύτό τό εί­δος τής σεξουαλικής Εμπειρίας χρόνια πρίν άρχίσει νά ψυχαναλύε­ται. Τ’ άποτελέσματα τής Εμπειρίας αύτής πάνω στήν προσωπικότη τα καί τή συναισθηματική του ζωή ύπήρξαν όλέθρια.

Ή πρώτη έντύπωση πού είχα γι* αύτόν ήταν ή εικόνα ένός άνθρωπου πού δέν μπορούσε καλά – καλά νά σταθεί στά πόδια του, άκόμα κι fiv κατανάλωνε δλη του τήν ένέργεια. Ή άλήθεια είναι δτι κατέβαλλε ισχυρή προσπάθεια γιά νά φανεί καλοαναθρεμμένος καί ήρεμος, είχε εύγενικούς τρόπους καί μιλούσε γιά τά σχέδιά του· ήθέλε νά γίνει μαθηματικός. Στήν ψυχανάλυση, αύτή ή φιλοδοξία άποδείχθηκε μιά περίπλοκα έπεξεργασμένη αύταπάτη, στήν όποία φανταζόταν τόν έαυτό του νά περιπλανιέται χρόνια άτέλειωτα μέσα στά δάση τής Γερμανίας, έπινοώντας Ενα μαθηματικό σύστημα πού θά μπορούσε νά ύπολογίσει καί ν’ άλλάξει όλόκληρο τόν κόσμο.

Αύτός ό έξωτερικός φλοιός της προσωπικότητάς του έξασθένισε πολύ σύντομα στή διάρκεια τής ψυχανάλυσης, καθώς κατάφερα νά τού έξηγήσω ότι χρησίμευε σάν άναπλήρωση γιά τό αίσθημα τής τέλειας μηδαμινότητας πού είχε, ένα αίσθημα στενά συνδεδεμένο κι άναπαραγόμενο συνεχώς άπ* τό γεγονός ότι βίωσε τόν αύνανισμό σάν κάτι «βρώμικο» καί «σιχαμένο». Άπ’ τήν παιδική του ήλικία καί μετά, ό «μαθηματικός», νοούμενος σάν ό άγνός, άσεξουαλικός άνθρωπος, είχε άναλάβει τή λειτουργία νά καλύψει τό «σιχαμένο άνθρωπο». Δέν είναι ούσιαστικό γιά τή συζήτησή μας τό ότι ό άσθε- νής έμφάνιζε όλα τά χαρακτηριστικά γνωρίσματα μιας προϊούσας σχιζοφρένειας ήβηφρενικού τύπου. Τό μόνο σημαντικό, έδω, είναι ότι τά «καθαρά» μαθηματικά είχαν άναλάβει τή λειτουργία νά σηκώσουν ένα τοίχο στό «βρώμικο» αίσθημα πού ένιωθε γιά τόν έαυτό του, τό όποιο πήγαζε άπ’ τόν πρωκτικό τύπο αύνανισμού.

Μέ τήν έγκατάλειψη τής άσεξουαλικής του συμπεριφοράς, ή μαζοχιστική τάση έμφανίστηκε σ’ όλο της τό μέγεθος. Κάθε συνε­δρία άρχιζε μ* ένα παράπονο, πού τό άκολουθοϋσαν καθαρά παιδιά­στικες προκλήσεις μαζοχιστικής μορφής. “Αν τού ζητούσα νά μού δώσει συμπληρωματικά στοιχεία ή μιά πιό άκριβή διατύπωση μιας πληροφορίας του, έπιχειρούσε νά γελοιοποιήσει τίς προσπάθειές μου φωνάζοντας: «Όχι, δέ θά τό κάνω! Όχι, δέ θά τό κάνω!». Σέ σχέση μ’ αύτό άποκαλύφθηκε ότι, άνάμεσα στά 4 καί τά 5 του χρό­νια, είχε περάσει άπό μιά φάση βίαιου πείσματος, πού συνοδευόταν άπό κρίσεις όπου ξεφώνιζε καί χτυπούσε τά πόδια του. Τό πιό άσή- μαντο γεγονός ήταν άρκετό γιά νά προκαλέσει έκείνες τίς «κρίσεις κραυγών» πού, όπως είπε, έφερναν τούς γονείς του σέ άπόγνωση, άπελπισία κι όργή. Τέτοιες κρίσεις μπορούσαν νά κρατήσουν μέρες, μέχρι σημείου τέλειας έξάντλησης. ‘Αργότερα μπόρεσε κι ό ίδιος νά προσδιορίσει αύτή τήν περίοδο τού πείσματος σάν πρόδρομο τού πραγματικού μαζοχισμού. Οί πρώτες του φαντασιώσεις ότι τόν χτυ­πούσαν, έμφανίστηκαν δταν ήταν περίπου 7 χρονών. Προτού πλα­γιάσει όχι μόνο φανταζόταν ότι κάποιος τόν ξάπλωνε στά γόνατά του καί τόν χτυπούσε, άλλά πήγαινε συχνά καί στήν τουαλέττα, κλείδωνε τήν πόρτα καί προσπαθούσε νά αύτομαστιγωθεί. Ένα έπεισόδιο άπ’ όταν ήταν 3 χρονών, πού δέν άποκαλύφθηκε πρίν άπ’ τό δεύτερο χρόνο τής ψυχανάλυσής του, μπόρεσε ν’ άναγνωριστεϊ σάν τραυματικό. Έπαιζε στόν κήπο καί — άπ’ ότι φάνηκε ξεκάθαρα άπ* τήν όλη κατάσταση — λερώθηκε. Επειδή ύπήρχαν έπισκέπτες,

ό βαριά ψυχασθενής, σαδιστής πατέρας του έκνευρίστηκε πολύ, τόν πήρε μέσα στό σπίτι καί τόν ξάπλωσε σ’ ένα κρεβάτι. Αμέσως τό παιδί γύρισε μπρούμητα καί περίμενε τά χτυπήματα μέ μεγάλη περιέρ­γεια, πού ήταν άνάμικτη μέ άγχος. Ό πατέρας του τοΰ τίς έβρεξε γιά τά καλά, άλλά τό άγόρι ένιωσε ένα αΓσθημα Ανακούφισης — μιά τυπική μαζοχιστική έμπειρία, πού είχε γιά πρώτη του φορά.

Μήπως τά χτυπήματα τοΰ είχαν προσφέρει ήδονή; Ή ψυχανά­λυση Απόδειξε ξεκάθαρα δτι είχε τότε φοβηθεί γιά μεγαλύτερο κακό. Είχε γυρίσει μπρούμητα τόσο γρήγορα, γιά νά προστατέψει τά γεννητικά του όργανα άπ’ τόν πατέρα του.” Επομένως δέχθηκε τά χτυπήματα στά πισινά του μέ μιά τρομερή αΓσθηση άνακούφι- σης· ήταν σχετικά άβλαβές σέ σύγκριση μέ τόν τραυματισμό πού περίμενε νά ύποστεΐ τό πέος του. Οί φόβοι του, έπομένως, καθησυ­χάστηκαν.

Αύτός ό βασικός μαζοχιστικός μηχανισμός πρέπει νά γίνει ξεκάθαρα κατανοητός προκειμένου νά καταλάβουμε τό μαζοχισμό σά σύνολο. Άλλά έμεΐς προσδοκούσαμε στήν πορεία τής άνάλυ- σης, γιατί αύτός ό μηχανισμός δέν έγινε ξεκάθαρος παρά μόνο μετά άπό δυό χρόνια ψυχανάλυσης. Μέχρι τότε, ή θεραπεία διεξαγόταν μέ βάση τήν προσπάθεια, πού άρχικά ύπήρξε Αποτυχημένη, νά δαμαστούν οί μαζοχιστικές άντιδράσεις πείσματος τοΰ Ασθενούς.

Περιγράφοντας τόν τρόπο μέ τόν όποιο αύνανιζόταν στά μετα­γενέστερα χρόνια, ό άσθενής συνήθως έλεγε: «ΤΗταν σά νά έστριβα Από Ανάσκελα μπρούμητα μέ βίδες». Στήν άρχή νόμιζα δτι αύτό ύποδήλωνε μιά φαλλική σεξουαλικότητα· άργότερα μόνο κατάλαβα δτι άπεικόνιζε μιάν Αμυντική κίνηση. Τό πέος έπρεπε νά προστατευ­τεί· ήταν καλύτερα νά δεχτεί χτυπήματα στά πισινά, παρά νά ύποστεΐ κάποιο τραυματισμό στό πέος! Αύτός ό βασικός μηχανισμός καθόρι­ζε έπίσης καί τό ρόλο τής φαντασίωσης δτι τόν χτυπούσαν. Έκεΐνο πού ήταν άρχικά ένας φόβος τιμωρίας, έγινε άργότερα ή μαζοχιστική έπιθυμία. Μέ Αλλα λόγια, ή μαζοχιστική φαντασίωση δτι τόν χτυ­πούσαν, ήταν μιά άναμονή μιας πολύ αύστηρότερης τιμωρίας. Ή

διατύπωση τοΰ Αλεξάντερ ότι ή σεξουαλική ήδονή άναμένεται μέ­σα άπ’ τήν Ικανοποίηση της Ανάγκης γιά τιμωρία, θά πρέπει έπίσης νά ξαναερμηνευτεϊ μέ βάση αύτό τό φως. Δέν τιμωρεί κανείς τόν έαυτό του γιά νά καταπραΰνει ή νά «δωροδοκήσει» τό ύπερεγώ του, προκειμένου, ύστερα, ν’ άπολαύσει μιά Απαλλαγμένη άπό άγχος ήδονή. Ό μαζοχιστής προσεγγίζει τήν ήδονική δραστηριότητα δπως και κάθε άλλο πρόσωπο, άλλά έπεμβαίνει ό φόβος τής τιμωρίας. Ή μαζοχιστική αύτοτιμωρία δέν εΓναι ή έκτέλεση της άναμενόμενης μέ φόβο τιμωρίας, άλλά μάλλον ή έκτέλεση μιας πιό ήπιας, ύποκατάστατης τιμωρίας. Επομένως Αντιπροσωπεύει ένα ειδικό είδος άμυνας ένάντια στήν τιμωρία καί τό άγχος. Ή παθητι­κή – θηλυπρεπής ύποταγή στό πρόσωπο πού τιμωρεί, πού άποτελεΐ τυπικό χαρακτηριστικό τοΰ μαζοχιστικού χαρακτήρα, θά πρέπει έπίσης νά γίνει κατανοητή μέσα σ’ αύτό τό πλαίσιο. Ό άσθενής μας έστρεφε κάποτε τά πισινά του γιά νά δεχτεί, δπως Ελεγε, τά χτυπή­ματα· στήν πραγματικότητα, αύτή ή έπιθυμία νά τόν χτυπήσουν ήταν ή έπιθυμία νά δοθεΐσά γυναίκα (πράγμα πού έναρμονίζεται τέ­λεια μέ τή φροϋδική έρμηνεία τής παθητικής φαντασίωσης ξυλο­δαρμού σάν ύποκατάστατου μιας παθητικής – θηλυπρεποΰς έπιθυ- μίας). Ό μή μαζοχιστικός παθητικός – θηλυπρεπής χαρακτήρας έκπληρώνει αύτή τή λειτουργία τής άποτροπής τοΰ κινδύνου εύνουχισμοΰ, διαμέσου της καθαρά πρωκτικής παράδοσης. Δέ χρειάζεται καθόλου τή μαζοχιστική ίδέα ή τή φαντασίωση δη τόν δέρνουν, γιά νά τόν βοηθήσει ν’ άποτρέψει τό άγχος.

Αύτή ή συζήτηση μας όδηγεΐ κατευθείαν στό έρώτημα, άν μπο­ρεί νά έπιδιώκει κανείς τή δυσαρέσκεια. Θέλουμε, δμως, ν* Αναβάλ­λουμε τήν άπάντηση αύτού τοΰ έρωτήματος, γιά νά έδραιώσουμε πρώτα τίς βάσεις του μέσα Απ* τήν ψυχανάλυση τοΰ μαζοχιστή.

Στόν άσθενή μας, έπαναδραστηριοποιήθηκε, στη διάρκεια τής ψυχαναλυτικής θεραπείας, μιά περίοδος νηπιακής μοχθηρίας, μ* ένα όλότελα άνεμπόδιστο κι Απροκάλυπτο τρόπο. Ή φάση της Ανάλυ­σης των κρίσεων ούρλιάσματος κράτησε κάπου 6 μήνες, άλλά κατόρθωσε, έπίσης, νά έξαλείψει όλότελα αύτό τόν τρόπο Αντίδρα­σης. Άπό τότε δέν ξαναεμφανίστηκε μ’ αύτή τή νηπιακή μορφή. Στήν Αρχή, δέν ήταν εύκολο νά κάνουμε τόν άσθενή νά έπαναδρα- στηριοποιήσει τίς έκδηλώσεις μοχθηρίας τής παιδικής του ήλικίας. Προσποιούμενος τό μαθηματικό, άμυνότανένάντια σ* αύτό· στό κά- το) – κάτω ένας εύγενής, μιά μαθηματική μεγαλοφυΓα, δέν 6κανε τέ­τοια πράγματα. Κι δμως δέν ύπήρχε τρόπος νά τ* άποφύγει. Γιά νά μπορέσει νά ξεσκεπαστεί καί νά Εξαλειφθεί αύτό τό στρώμα τοΰ χαρακτήρα, πού χρησίμευε σάν άμυνα ένάντια στό άγχος, 0ά Επρε­πε πρώτα νά Επαναδραστηριοποιηθεϊ τέλεια. Όταν ό άσθενής κατέ­φυγε στό «Όχι, δέ θά τό κάνω! Όχι, δέ θά τό κάνω!», προσπάθησα άρχικά νά τό έρμηνεύσω, άλλά οί προσπάθειές μου άγνοήθηκαν όλότελα. Έτσι άρχισα νά μιμοΰμαι τόν άσθενή, δηλαδή, συνόδευα κάθε Ερμηνεία τής συμπεριφοράς του μ’ Ενα «Όχι, δέ θά τό κάνω!». *Ηταν ή Γδια ή είδική ψυχαναλυτική κατάσταση πού μέ παρακίνησε νά υΙοθετήσω αύτό τό μέτρο. Δέ θά μπορούσα νά προχωρήσω τόσο πολύ μαζί του, μ* όποιοδήποτε άλλο τρόπο, δπως κατάφερα τελικά μ1 αύτόν. Μιά φορά άντέδρασε μέ άκούσια κλωτσήσματα στίς συνε­χείς μου προσπάθειες νά γελοιοποιήσω τήν άντίδρασή του. ‘Εκμε­ταλλεύτηκα τήν εύκαιρία καί τοΰ είπα ν* άφήσει τόν Εαυτό του τελείως Ελεύθερο. Στήν άρχή, δέν καταλάβαινε πώς μποροΰσε νά τοΰ ζητήσει κανείς νά κάνει Ενα τέτοιο πράγμα. Στό τέλος δμως, Επιστρατεύοντας δλο καί περισσότερο θάρρος, άρχισε νά στριφογυ­ρίζει πάνω στό στρώμα, ξεσπώντας σέ συγκινησιακά φορτισμένες κραυγές άπείθειας καί βγάζοντας άναρθρους ζωώδικους ήχους. Μιά Ιδιαίτερα ίσχυρή κρίση Εμφανίστηκε δταν τοΰ είπα δτι ύπεράσπιζε τόν πατέρα του άπλώς γιά ν’ άποκρύψει τό άπέραντο μίσος πού Ενιωθε γι’ αύτόν. Ούτε δίστασα νά τοΰ πω δτι ύπήρχε Ενας όρισμέ- νος βαθμός λογικής δικαιολόγησης στό μίσος του. Τώρα οί πράξεις του άρχισαν νά παίρνουν Ενα τρομακτικό χαρακτήρα. Μούγγριζε τόσο φοβερά ώστε οί γείτονες τρομοκρατήθηκαν. Δέν μπορούσαμε νά Επιτρέψουμε σ* αύτό νά μάς Ενοχλήσει, γιατί ξέραμε δτι αύτός ήταν ό μόνος τρόπος γιά νά μπορέσει νά ξαναβιώσει τήν παιδική του νεύρωση, συγκινησιακά κι όλοκληρωτικά — κι δχι άπλώς σάν άνάμνηση. Ξανά καί ξανά, αύτή ή άναπαράσταση τόν Εκανε ΐκανό νά Εχει μιάν Ενόραση στή συμπεριφορά του. ‘Αντιπροσώπευε μιά πολύ μεγάλη τψόκληση άπίναντι στους ένήλικους καί, διαμέσου τής μεταβίβασης, άπέναντι σέ μένα. Άλλά γιατί προκαλούσε;

“Αλλοι μαζοχιστές άσθενεΐς, προκαλοΰν τόν ψυχαναλυτή μέ τήν τυπική μαζοχιστική σιωπή. Ό άσθενής μου τό Εκανε μέ τή μορ­φή τής νηπιακής μοχθηρίας. Μοΰ πήρε άρκετό καιρό γιά νά τόν κά­νω νά καταλάβει αύτό πού γιά μένα ήταν ξεκάθαρο άπό πολύ νωρίς, δηλαδή, δτι αύτές οί προκλήσεις ήταν άπόπειρες γιά νά γίνω αύστη- ρός καί νά όδηγηθώ στήν παραφορά. ‘Αλλ* αύτό ήταν άπλώς τό έπι- φανειακό νόημα της συμπεριφοράς του. *Ηταν Αναγκαίο νά προχω­ρήσουμε βαθύτερα. Αύτό δμως σπάνια γίνεται γιατί πιάνεται κανείς Απ’ τήν άποψη δτι ό μαζοχιστής έπιδιώκει τήν τιμωρία σάν τέτοια, σάν μιά ίκανοποίηση ένός αίσβήματος ένοχής μέ κινητήρια δύναμη καί τό πεδίο δράσης ένός ένστίκτου. Αύτή ή άποψη θεωρείται γενι­κά σά μιά έξήγηση τοΰ βαθύτερου νοήματος τής μαζοχιστικής πρό­κλησης. Στήν πραγματικότητα, δέν πρόκειται καθόλου γιά Ενα θέμα τιμωρίας, άλλά γιά νά κατακρίνει τόν ψυχαναλυτή ή τό πρώτυπό του, τόν πατέρα, νά τόν κάνει νά ένεργήσει μ* 6να τρόπο πού θά πρόσφερε μιά όρθολογική βάση στήν έπίκριση: «Κοίτα πόσο άσχη­μα μοΰ φέρεσαι». Αύτή ή πρόκληση Απέναντι στόν ψυχαναλυτή εί­ναι πάντα μιά άπ’ τίς βασικές δυσκολίες πού Αντιμετωπίζει ή ψυχα­νάλυση ένός μαζοχιστικού χαρακτήρα. “Αν δέν κατανοηθεί ό βαθύ­τερος της σκοπός, δέν μπορεί νά γίνει καμιά πρόοδος.

Πρέπει νά ύπάρχει κάποιο νόημα στό γεγονός δτι ό μαζοχιστής προκαλεί τόν ψυχαναλυτή, προκειμένου ύστερα νά τόν κατακρίνει. Αύτό τό νόημα είναι: «Είσαι Ενας παλιάνθρωπος, δέν μ’ άγαπάς, Αντίθετα μέ μεταχειρίζεσαι φοβερά – δικαιολογημένα σέ μισώ». Αύτή ή δικαίωση τοΰ μίσους κι ή έξαφάνιση τοΰ αίσβήματος ένοχης δια­μέσου τοΰ μηχανισμού αύτοΰ, Αποτελούν Απλώς μιά ένδιάμεση διαδικασία. Τό βασικό πρόβλημα τοΰ μαζοχιστικού χαρακτήρα δέν είναι τό αίσθημα ένοχης ή ή Ανάγκη του γιά τιμωρία, παρόλο πού καί τά δυό Αποτελούν παράγοντες στήν κάθε περίπτωση. “Αν τό αί­σθημα ένοχής κι ή Ανάγκη γιά τιμωρία νοοΰνται σάν έκδηλώσεις ένός βιολογικού ένστίκτου τοΰ θανάτου, τότε, είναι Αλήθεια, πώς θά πρέπει νά θεωρηθεί σάν τελική έξήγηση ή Αποκάλυψη αύτής τής έκλογίκευσης τοΰ μίσους κι ή πρόκληση Απέναντι στό Αντικείμενο. ‘Αφού δέ συμμεριζόμαστε αύτή τήν άποψη, θά πρέπει νά συνεχί­σουμε νά ρωτάμε γιατί ό μαζοχιστής προσπαθεί νά κατακρίνει τό Αντικείμενό του;

Γενετικά κι Ιστορικά, πίσω άπ’ αύτή τήν π^κληση κρύβεται μιά βαθιά άτιογοήτευοη στήν άγάπη. Ό μαζοχιστής λατρεύει Ιδιαίτε­ρα νά προκαλεί έκεϊνα τ’ άντικείμενα πού τοΰ προκάλεσαν κάποια Απογοήτευση. “Αρχικά, Αγαπούσε Εντονα αύτά τά Αντικείμενα, Αλλά μετά είτε βιώθηκε μιά πραγματική Απογοήτευση ή δέν Ικανοποιήθη­κε Αρκετά ή Αγάπη πού άπαιτοΰσε τό παιδί. Μπορούμε ήδη νά σημειώσουμε δτι μιά Ισχυρή άνάγκη γιά Αγάπη συμβαδίζει μέ τίς πραγματικές άπογοητεύσεις πού βιώθηκαν Απ’ τό μαζοχιστικό χαρακτήρα. Αύτη ή άνάγκη Αποκλείει μιά πραγματική Ικανοποίηση κι Εχει μιά ειδική έσωτερική πηγή, πού θά έξετάσουμε άργότερα.

Καθώς περνούσε ό καιρός κι ό άβθενής κατάλαβε ότι δέν μπο­ρούσε νά μέ όδηγήσει στήν παραφορά, ή συμπεριφορά του παράμει­νε ή Ιδια, άλλά ή πρόθεση του Αλλαξε. Τώρα, ήταν φανερό ότι άρχι­ζε ν’ άπολαμβάνει τό γεγονός ότι άφηνόταν στήν ψυχανάλυση. Ή πρόκληση του δγι*ε Ενα έμπόδιο, γιατί κατανάλωνε όλη την ώρα μέ παιδιάστικα κλωτσήματα καί ούρλιαχτά. Τώρα ήτανε δυνατό νά τοϋ δείξω ότι, άρχικά, ή πρόκλησή του πραγματοποιούσε τό σημαν­τικό δευτερογενή στόχο τοΟ νά έξετάσει ώς ποιό σημείο θά μπορού­σε νά άφεθεΐ, δηλαδή, πόσα πολλά θά άνεχόμουνα προτού άποσύρω την άγάπη καί τήν προσοχή μου καί προχωρήσω στήν έπιβολή τιμωρίας. Είχε πείσει τόν έαυτό του ότι δέν ύπήρχε λόγος νά φοβά­ται — θά μπορούσε νά συνεχίσει όσο τόν εύχαριστεΐ, δίχως νά τιμω­ρηθεί. Συμπεριφερόμενος συνεχώς μ1 Εναν άγενή τρόπο, έξουδετέ- ρωσε τό φόβο τής τιμωρίας πού Ανάβλυζε σταθερά· Επομένως, τό νά ‘ναι Ικανός ήταν μιά πηγή ήδονής. Δέν είχε καμιά σχέση μέ μιά έπιθυμία νά τιμωρηθεί. Παρόλο πού άφιέρωσα είδική προσοχή, δέν βρήκα καμιά άπόδαξη μιΑς τέτοιας έπιθυμίας.

Παράλληλα, όμως, μ’ αύτη τή συμπεριφορά του, ύπήρχαν συνε­χή παράπονα γιά τή φοβερή του κατάσταση, γιά τό τέλμα άπ’ τό όποΐο δέν μπορούσε ν’ άπελευθερωθεϊ (κι άπ* τό όποΐο δέν τόν βοη­θούσα νά βγεϊ). Ό τρόπος πού αύνανιζόταν συνεχιζόταν Αμετάβλη­τος καί τού δημιουργούσε καθημερινά έκείνη τή διάθεση «άπέ- χθαας» πού έκτονβνόταν τακτικά μέ παράπονα, δηλαδή, μεταμφιε­σμένες κατηγορίες. Άλλά ήταν άδύνατο νά γίνει συγκεκριμένη ψυχαναλυτική δοϋλαά. *Ηταν άδιανόητο ν’ άπαγορεύσω τίς πρά­ξεις μοχθηρίας του* τό νά τό κάνω θά ήταν σάν νά ριψοκινδύνευα όλόκληρη τή μελλοντική έπιτυχία τής θεραπείας. Έτσι, άρχισα νά τού καθρεφτίζω τή συμπεριφορά του. “Οταν άνοιγα τήν πόρτα γιά νά μπεϊ μέσα, στεκόταν άπέξω μ’ Ενα σκυθρωπό, παραμορφωμένο άπ* τόν πόνο, ζαρωμένο πρόσωπο, τή μικρογραφία ένός συνόλου Αθλιότητας. “Αρχισα νά μιμούμαι τήν έξωτερική του συμπεριφορά. Τού μίλησα μέ τή δική του παιδιάστικη γλώσσα κι έπίσης ξάπλωνα στό πάτωμα καί κλοτσούσα καί ούρλιαζα μέ τόν Ιδιο τρόπο πού τό Εκανε κι αύτός. Στήν άρχή Εμενε κατάπληκτος, κάποτε όμως ξέσπα­σε σ* Ενα αύθόρμητο γέλιο, Εντελώς ώριμο, Εντελώς μή νευρωτικό. Τό ρήγμα είχε πραγματοποιηθεί, άλλά μόνον προσωρινά. Έπανέλα- βα αύτές τις διαδικασίες ώσπου Αρχισε ν* Αναλύει κι ό Ιδιος. Τώρα μπορούσαμε νά συνεχίσουμε.

Ποιό ήταν τό νόημα της πρόκλησης; *Ηταν ό τρόπος μέ τόν όποιο ζητούσε άγάπη, Ενας τρόπος Ιδιαίτερος γιά δλους τούς μαζο­χιστικούς χαρακτήρες. Χρειαζόταν Αποδείξεις άγάπης γιά νά μειώ­σει τήν Εσωτερική του Ενταση καί άγχος. Αύτή ή άπαίτηση γιά άγά­πη Εξαρτιόταν άμεσα άπ’ τό βαθμό τής Εντασης πού γεννούσε ό μή Ικανοποιητικός τρόπος πού αύνανιζόταν. Όσο πιό «άπεχθής» Ενιω­θε, τόσο πιό Εντονα Εκδήλωνε τό μαζοχισμό στή συμπεριφορά του, δηλαδή, τόσο πιό Επιτακτική γινόταν ή άπαΐτησή του γι’ άγάπη, πού Επιδίωκε νά Εκπληρώσει μέ κάθε δυνατό μέσο. *Αλλά γιατί αύτή ή άπαίτηση γι* άγάπη Εμφανιζόταν μ* αύτό τόν ϋμμνσο, καλυμ­μένο τρόπο; Γιατί άμυνόταν τόσο Επίμονα Ενάντια σέ κάθε Ερμηνεία της Εξάρτησής του;

Τά παράπονά του Εδειχναν τήν άκόλουθη στρωματοποίηση άναφορικά μέ τό νόημά τους, πού Αντιστοιχούσε στή γένεση τοΰ μαζοχισμού του: «Κοίτα πόσο άθλιος είμαι — άγάπα με!». «Δέ μ* άγαπάς άρκετά — είσαι κακός μαζί μου!». «Πρέπει νά μ’ άγαπάς, θά σ* άναγκάσω νά μ’ άγαπάς. “Αν δέ μ’ άγαπάς, θά σέ κάνω νά θυμώ­σεις!·.

Τό μαζοχιστικό πάθος γιά μαρτύρια, τά παράπονα, ή πρόκληση καί ή όδύνη μπορούν νά Εξηγηθούν, άπ’ τήν άποψη τοΰ νοήματός τους — θά Εξετάσουμε τή δυναμική τους άργότερα — μέ βάση τή φανταστική ή πραγματική μή Εκπλήρωση μιάς ποσοστικά ύπέρμε- τρης άπαίτησης γιά άγάπη. Αύτός 6 μηχανισμός είναι συγκεκριμέ­νος γιά τό μαζοχιστικό χαρακτήρα. Δέν βρίσκεται σέ καμιά άλλη μορφή νεύρωσης* άν Εμφανίζεται μέ άλλες μορφές, ύπάρχει Επίσης στό χαρακτήρα καί τό άντίστοιχο μαζοχιστικό χαρακτηριστικό.

Ποιό είναι τό νόημα τής ύπέρμετρης άπαίτησης γι* άγάπη; Πλη­ροφορίες γι* αύτό μας προσφέρονται άπ’ τήν άνάλυση τής τφοδιάθεσης στό άγχος, πού άνακαλύπτεται πάντοτε στούς μαζοχι­στικούς χαρακτήρες. ‘Υπάρχει μιά άμεση συσχέτιση άνάμεσα στή μαζοχιστική στάση καί στή ν άπαίτηση γι’ άγάπη άπ’ τή μιά μεριά καί στή δυσάρεστη Ενταση καί τήν προδιάθεση στό άγχος (ή τόν κίνδυνο άπώλειας τής άγάπης) άπ* τήν άλλη. Τό πρώτο δέν είναι άντίθετο μέ τήν προδιάθεση στό άγχος σάν πηγή μαζοχιστικής Αντίδρασης, γιατί, ξανά, Αποτελεί τυπικό χαρακτηριστικό τοΰ μαζο­χιστικού χαρακτήρα τό νά Ελέγχει τήν άπειλή τοΰ άγχους μέ τήν άπαίτηση γι’ άγάπη. Όπως άκριβώς τό παράπονο άντιπροσωπεύει μιά καλυμμένη άπαίτηση γι’ άγάπη κι ή πρόκληση μιά άπεγνωσμέ- νη προσπάθεια άπόσπασης άγάπης, ή συνολική διαμόρφωση τοϋ μαζοχιστικού χαρακτήρα άντιπροσωπεύει μιά άκαρπη προσπάθεια άπαλλαγής άπ’ τό άγχος καί τή δυσαρέσκεια. Είναι άκαρπη έπειδή, όσο σκληρά κι άν προσπαθήσει, δέν άπαλλάσσεται ποτέ άπ’ τήν έσωτερική ένταση πού άπειλεΐ συνεχώς νά μεταβληθεί σέ άγχος. Έτσι, τό αίσθημα τής όδύνης Αντιστοιχεί σ’ ένα συγκεκριμένο γεγο­νός, δηλαδή, τή συνεχώς έντεινόμενη έσωτερική διέγερση καί προδιά­θεση στό άγχος. Θά καταλάβουμε καλύτερα αύτή τήν κατάσταση όταν τή συγκρίνουμε μέ τό συναισθηματικό μπλοκάρισμα τοϋ ψυχαναγκαστικού νευρωτικού χαρακτήρα. Έδω ή δέσμευση τού άγχους έχει γίνει μέ άπόλυτη έπιτυχία, μέ τήν άπώλεια τής ψυχικής κινητικότητας. Άλλά ή έσωτερική ένταση καταναλώνεται τελείως άπό ένα χαρακτηρολογικό μηχανισμό πού λειτουργεί καλά. Δέν ύπάρχει καμιά άνησυχία. ‘Οταν ύπάρχει, ή άνησυχία άποτελεΐ μιά βλάβη ή, πιό σωστά, μιά άδυναμία έξισορρόπισης άπό μέρους τής θωράκισης τοϋ χαρακτήρα.

Ό μαζοχιστικός χαρακτήρας προσπαθεί νά συνδέσει τήν έσωτε­ρική του ένταση καί τήν άπειλή τοϋ άγχους μέ μιά Ανεπαρκή μέθο­δο, δηλαδή έπιδιώκει τήν Αγάπη μέσα άπ’ τήν πρόκληση καί τήν απείθεια. Φυσικά, ύπάρχει ένας είδικός λόγος γι’ αύτό, δηλαδή, ό τρόπος αύτός νά έκφράζει τήν άπαίτηση γι’ άγάπη είναι είδικός γιά τόν μαζοχιστικό χαρακτήρα. Δέν πετυχαίνει, γιατί ή άπείθεια κι ή πρόκληση κατευθύνονται πρός τό πρόσωπο πού άγαπάει κι άπ’ τό όποιο άπαιτεΐ άγάπη. Μ’ αύτό τόν τρόπο, ό φόβος άπώλειας τής άγάπης καί τής προσοχής αύξάνεται, όπως άκριβώς τό αίσθημα ένοχης άπ’ τό όποΐο θέλει ν* άπαλλαγεΐ κανείς, δέν μειώνεται άλλά άντίθετα έντείνεται, γιατί στήν πραγματικότητα τό άγαπημένο πρό­σωπο βασανίζεται. Αύτό έξηγεΐ τήν έξαιρετικά Ιδιόμορφη συμπερι­φορά τοϋ μαζοχιστή, πού έμπλέκεται όλο καί περισσότερο στήν κατάσταση τοϋ πόνου, όσο πιό έντονα προσπαθεί νά ξεφύγει άπ’ αύτή. Δέ θά μπορούσε νά ‘ταν διαφορετικά, γιατί αύτές οί προσπά­θειες δέσμευσης τοϋ άγχους μέσα στό χαρακτήρα είναι έκ των προ­τέρων .καταδικασμένες.

Βρίσκουμε αύτές τίς στάσεις, μεμονωμένα, καί σέ άλλους χαρα­κτήρες- σχετίζονται, όμως, είδικά μέ τό μαζοχιστικό χαρακτήρα μό­νο δταν Εμφανίζονται μαζί. Τί προκαλεί ένα τέτοιο συνδυασμό στά­σεων;

Μιλήσαμε ώς τώρα γιά τήν ύπέρμετμη Απαίτηση Αγάπης άπό μέ­ρους τοΰ μαζοχιστικού χαρακτήρα, θά πρέπει τώρα νά προσθέσου­με ότι αύτή ή Απαίτηση Αγάπης βασίζεται σ’ Ενα φόβο να’ τόν έγκα- ταλείψουν μόνο του, πού βιώθηκε έντονα στήν πολύ πρώιμη παιδική ήλικία. Ό μαζοχιστικός χαρακτήρας δέν μπορεί ν’ Ανεχθεί τή μονα­ξιά περισσότερο άπ* δσο μπορεί ν’ Ανεχθεί τήν πιθανότητα Απώ­λειας μιάς σχέσης Αγάπης. Τό γεγονός δτι οί μαζοχιστικοί χαρακτή­ρες είναι τόσο συχνά μόνοι, μπόρα ν’ Αποδοθεί στήν έπιτυχία ένός δευτερογενή μηχανισμού πού έμπεριέχεται στή στάση: «Κοίτα πό­σο δυστυχισμένος, μόνος κι έγκαταλειμμένος είμαι». Μιά φορά, ένώ συζητούσαμε τή σχέση του μέ τή μητέρα του, ό Ασθενής μας Ανα­φώνησε ύπερβολικά έρεθισμένος: «Τό νά σέ έγκαταλείψουν μόνο σου σημαίνει νά είσαι νεκρός — ή ζωή μου Εχει τερματιστεί». Έχω Ακούσει συχνά αύτό τό αίσθημα νά έκφράζεται κι Από άλλους μαζο­χιστικούς χαρακτήρες, Απλώς μέ διαφορετική φρασεολογία. Ό μαζοχιστικός χαρακτήρας δέν μπορεί ν’ Ανεχθεί τήν Απώλεια ένός Αντικειμένου (μαζοχιστική προσκόλληση στό Αντικείμενο τής Αγά­πης) περισσότερο Απ’ δσο μπορεί νά τό Απογυμνώσει Απ’ τόν προ­στατευτικό του ρόλο. Δέν μπορεί ν’ Ανεχθεί τήν άπώλεια τής έπα- φής. “Οταν συμβαίνει αύτό, θά προσπαθήσει νά τήν θεμελιώσει ξανά μέ τό δικό του άνεπαρκή τρόπο, δηλαδή» έπιδιώκοντας τή συμπά­θεια μέσα άπό τήν άθλιότητά του. Πολλοί τέτοιοι χαρακτήρες είναι ύπερβολικά έπιρρεπεΐς στό αίσθημα δτι είναι μόνοι κι έγκαταλαμ- μένοι στόν κόσμο. Δέ βλέπουμε τό λόγο νά έρμηνεύσουμε αύτό τό αίσθημα μέ τήν έννοια πού δίνει ό Ράνκ γιά τό άγχος μήτρας, άκό­μα κι δ ν Αποτελεί μιά συνηθισμένη στάση. Τό γεγονός είναι δτι Ανακαλύπτουμε σέ κάθε μαζοχιστή, είτε είναι μαζοχιστικός Απο­κλειστικά μέ τήν ήθικολογική Εννοια ή μέ τήν καθαρά έρωτογενή, μιά είδικά έρωτογενή βάση γι’ αύτό τό αίσθημα. Λέγοντας αύτό, δμως, προτρέχουμε στή συζήτηση γιά τή σεξουαλική δομή τοΰ μαζοχιστή, πού θά Ακολουθήσει.

Τό γεγονός δτι ό έρωτισμός τοϋ δέρματος παίζει έναν είδικό ρό­λο στούς μαζοχιστές, είναι γνωστό Απ’ τά έργα πολλών ψυχαναλυ­τών συγγραφέων (τοϋ Σάτζερ, τοΰ Φέντερν κι άλλων). Αύτοί δμως, προσπάθησαν νά θεωρήσουν τόν έρωτισμό τοΰ δέρματος σάν άμε­ση βάση της μαζοχιστικής διαστροφής, ένώ ή Ανάλυση δείχνει δτι τό δέρμα δέχεται αύτό τόν είδικό ρόλο μ’ ένα Αρκετά πολύπλοκο κι έμμεσο τρόπο, δηλαδή, μόνο δταν συμπίπτουν διάφορα στοιχεία Απογοήτευσης. Μόνο ό φόβος νά σέ έγκαταλείψουνε μόνο βασίζε­ται Αμεσα στό φόβο πού προκύπτει δταν χάνεται ή έπαφή μέ τό δέρ­μα τού Αγαπημένου προσώπου. Άς Αρχίσουμε Αναζητώντας τό σύνδρομο, πού σχετίζεται μέ τήν έπιδερμίδα, στούς έρωτσγενας μαζοχιστές. ‘Ανακαλύπτουμε πάντοτε, μέ τή μιά μορφή ή τήν Αλλη, μιά ώθηση γιά δραστηριότητα στήν όποία συμμετέχει ή έπιδερμίδα ή, τουλάχιστον, Αντίστοιχες φαντασιώσεις: τσιμπήματα, τρίψιμο μέ βούρτσες, μαστίγωμα, δέσιμο — ότιδήποτε κάνει τήν έπιδερμίδα νά αίμορραγεί. Οί γλουτοί παίζουν έδω ένα σημαντικό ρόλο, Αλλά μό­νο μέ τόν έμμεσο τρόπο τής πρωκτικής καθήλωσης. Σ* αύτές τίς προσπάθειες είναι κοινή ή έπιθυμία νά νιώσεις τή ζ/έστη τής έπιδερμΐδας — ή Αρχική πρόθεση δέν είναι μιά έπιθυμία γιά πόνο. Ό στόχος τού μαστιγώματος δέν είναι νά προκαλέσει πόνο- μάλλον, ό πόνος ύπομένεται γιά χάρη τής «κάψας». Ή ψυχρότητα Απ’ τήν Αλ­λη μεριά, έχει ένα Απωθητικό Αποτέλεσμα. Μερικοί μαζοχιστές φτά­νουν στό σημείο νά έχουν φαντασιώσεις πώς ή έπιδερμίδα τους καί­γεται. Τό «χουζούρεμα στό κρεβάτι» τοΰ Ασθενή μας, μπόρα έπίσης ν’ Αναζητηθεί σ’ αύτό, δηλαδή, στήν Ικανοποίηση μιΑς έπιθυμίας γιά ζεστασιά τής έπιδερμίδας.

Μέ βάση τή φυσιολογία τοΰ Αγχους, ή συστολή τών περιφε­ρειακών Αγγείων αύξάνει τό Αγχος (ώχρότητα στήν περίπτωση τοΰ φόβου, αίσθηση κρύου σέ μιά Αγχώδη κατάσταση, ρίγη προκαλού­μενα Απ’ τό φόβο κλπ.). Άπ* τήν Αλλη μεριά, ή αίσθηση τής ζεστής έπιδερμίδας, πού δημιουργείται Απ’ τήν πιό έντονη ροή τού αίματος μέσα Από τά περιφερειακά Αγγεία, είναι ένα είδικό γνώρισμα τής ήδονής. Άπό τήν Αποψη τής φυσιολογίας, ή έσωτερική ένταση καθορίζεται Απ’ τόν περιορισμό τής ροής τού αίματος.

Ή έντονη ροή τοΰ αίματος στήν περίπτωση τοΰ σώματος, Απ’ τήν Αλλη μεριά, Ανακουφίζει τήν έσωτερική ένταση καί, έπομένως, τή φυσιολογική βάση τοΰ Αγχους. Άπ* τή σκοπιά τής φυσιολογίας, τό Αποτέλεσμα τής έξαφάνισης τού φόβου πού έχει ό όργασμός, στηρίζεται, βασικά, πάνω σ* αύτή τή διεργασία, πού Αντιπροσω­πεύει μιά Αξιόλογη μεταβολή στήν κυκλοφορία τοΰ αίματος μέ δια­στολή τών περιφερειακών Αγγείων κι έκφόρτιση τής έντασης στό κέντρο (Αγγεία τών σπλάχνων).

Δέν είναι εύκολο νά καταλάβουμε γιατί ή σωματική έπαφή μέ τό Αγαπημένο πρόσωπο έχει σάν Αποτέλεσμα τήν έξαφάνιση τοΰ άγχους. Κατά πάσα πιθανότητα, αύτό μπορεί νά έξηγηθεί άπ* τό γεγονός δτι, φυσιολογικά, ή ζεστασιά τοΰ σώματος μέ τήν παραπά­νω έννοια κι ή έ ν νεύρωση (Σ.τ.Μ. Ή έπάνδρωση μέ νεύρα ένός συστήματος) τής περιφέρειας τοΰ σώματος στήν Αναμονή τής μητρικής προστασίας, διαλύουν ή τουλάχιστον, Ανακουφίζουν τήν έσωτερική Ενταση.10 Μιά σφαιρική συζήτηση αύτών των γεγονό­των θ’ Ακολουθήσει Αργότερα.

Γιά τό σκοπό τής τωρινής μας Ερευνας, είναι Αρκετό δτι ή περι­φερειακή Αγγειοδιαστολή, πού Ανακουφίζει τήν έσωτερική Ενταση καί τό άγχος, Αντιπροσωπεύει τήν έρωτογενή βάση τοΰ μαζοχιστι­κού χαρακτήρα. “Η μεταγενέστερη προσπάθειά του ν* άποφύγει τήν άπώλεια της έπαφής, είναι άπλώς ή ψυχική άναπαραγωγή μιας φυσιολογικής διαδικασίας έννεύρωσης. Τό νά σ* έγκαταλείψουν μό­νο στό ν κόσμο σημαίνει νά ‘σαι παγωμένος κι άπροστάτευτος, δηλαδή, μιά Αφόρητη κατάσταση Εντασης.

Σε σχέση μ’ αύτό θά μπορούσε νά γεννηθεί τό έρώτημα άναφο- ρικά μέ τό ρόλο πού Επαιζε ή στοματική καθήλωση στό μαζοχιστή. Μέ βάση τά δσα ξέρουμε ώς τώρα, δέν μποροΰμε νά τής άποδώσου- με καμιά είδική σημασία. Είναι, δμως, πάντοτε παρούσα σ’ Ενα σημαντικό βαθμό, δπως συμβαίνει καί σ’ δλους τούς χαρακτήρες πού Εχουν προγενετήσιες καθηλώσεις. Δέν μπορεί νά ύπάρξει καμιά Αμφιβολία δτι οί στοματικές Απαιτήσεις συνεισφέρουν σημαντικά στήν άπληστία των μαζοχιστικών άπαιτήσεων γι’ άγάπη. ‘Αλλά ή στοματική άπληστία στό μαζοχισμό είναι μάλλον τό παλινδρομικό άποτέλεσμα μιας πρώιμης άπογοήτευσης άπ’ τό άντικείμενο τής Αγάπης, πού Ακολουθείται άπό τό φόβο έγκατάλειψης, παρά μιά πρωτογενής αίτια τής μαζοχιστικής άπαίτησης γι* άγάπη.

* Αρκετές περιπτώσεις άποκάλυψαν ξεκάθαρα δτι ή ύπέρμετρη Ανάγκη γΓ άγάπη πήγαζε άπό μιά διαφορετική πηγή. *Εδώ, ό φόβος νά σέ έγκαταλείψουν μόνο μπορούσε ν’ άναζητηθεΐ στή φάση έκεί- νη τής άνάπτυξης δπου οί βίαιες Επιθετικές στάσεις κι ή άρχόμενη νηπιακή σεξουαλική περιέργεια, άντίθετα πρός τίς στοματικές καί πρωκτικές παρορμήσεις, συναντούσαν αύστηρές ματαιώσεις άπό μέρους τοΰ άγαπημένου γονιού ή κηδεμόνα. Ό τεράστιος φόβος τιμωρίας πού έμποδίζει τό πέρασμα στή γενετησιότητα, είναι τό άμεσο άποτέλεσμα αύτής τής άντίφασης άνάμεσα σέ σεξουαλικές παρορμήσεις πού δχι μόνο δέν άποδοκιμάζονται άλλά άκόμα κι Ενθαρρύνονται καί σ* Εκείνες πού άπειλούνται μέ αύστηρή τιμωρία. Επιτρεπόταν στόν άσθενή μας νά τρώει δσο ήθελε· στήν πραγματι­κότητα, τόν Ενθάρρυναν νά τρώει. Μπορούσε νά κοιμάται στό ίδιο κρεβάτι μέ τή μητέρα του, νά τήν άγκαλιάζει, νά τή χαϊδεύει κλπ. Επίσης φρόντιζαν μέ άφοσίωση γιά τις έντερικές του λειτουργίες. Όταν, δμως, άρχισε νά διερευνάει παραπέρα δυνατότητες σεξουα­λικής Ικανοποίησης, νά Ενδιαφέρεται γιά τά γεννητικά δργανα τής μητέρας του, νά θέλει νά τήν άγγίζει κτλ., βίωσε τότε δλη τήν αύστηρότητα τής γονεϊκής Εξουσίας.

Στό βαθμό πού οί στοματικές άπαιτήσεις συντελούν στό μαζο­χισμό, Εξηγούν τή διάθεση κατάθλιψης, δπως συμβαίνει καί στίς άλλες μορφές νεύρωσης. Μέ βάση τά δσα ξέρουμε ώς τώρα, ό ειδι­κός συνδυασμός τοΰ Ερωτισμού τής Επιδερμίδας, τοΰ πρωκτισμοΰ καί τοΰ φόβου νά σ’ Εγκαταλείψουν μόνο, πού Επιδιώκει νά διαλυθεί μέσα άπό τή σωματική Επαφή, χαρακτηρίζει είδικά τό μαζοχισμό.

Αύτή ή Ερωτογενής προδιάθεση είναι μιά άπ’ τίς βασικές αΙτίες τής ύπέρμετρης άπαίτησης γι’ άγάπη, πού Εχει τήν είδική άπόχρω- ση τοΰ «ζέστανε με» (=«προστάτεψέ με»). Τό «χτύπα με» είναι μιά Εκφραση τής Ιδιας προσπάθειας, άλλά ή μορφή της Εχει ήδη άλλά- ξει. Φαίνεται δτι ό μαζοχιστικός χαρακτήρας δέν είχε πάρει άρκετή άγάπη καί, γι’ αύτό τό λόγο, είχε άναπτύξει μιά τόσο Εντονη άπαί- τηση γι’ άγάπη. Αύτό (σχύει ώς Ενα δριο. ‘Αλλά θά πρέπει Επίσης νά Εχουμε ύπόψη μας δτι πέρασε καί Εντονες ματαιώσεις άγάπης. Πραγματικά, αύτό είναι συχνά γέννημα Ενός ύπερβολικοΰ παρα- χαϊδέματος. Αύτή ή ύπερβολική άπαίτηση γι’ άγάπη, μέ τή σειρά της, είναι κι ή ίδια τό άποτέλεσμα τοΰ μιάσματος πού άποτελεΐ άνα- πόσπαστο μέρος τοΰ πατριαρχικού Εκπαιδευτικού συστήματος. Ό μαζοχιστικός χαρακτήρας είναι κάτι περισσότερο άπό μιά προδιάθε­ση στόν πρωκτικό ή Επιδερμικό Ερωτισμό· είναι, μάλλον, τό άποτέ­λεσμα ένός είδικοΰ συνδυασμού έξωτερικών Επιδράσεων πού Εξα­σκούνται πάνω στήν Ερωτογενή εύαισθησία τής Επιδερμίδας καί πά­νω σ’ όλόκληρο τό σεξουαλικό μηχανισμό.

Αύτός ό συνδυασμός έπιδράσεων καθορίζει είδικά τό μαζοχιστι­κό χαρακτήρα. Μόνο άφοΰ γνωρίσουμε αύτές τίς Επιδράσεις μπο­ρούμε νά καταλάβουμε τά άλλα χαρακτηριστικά γνωρίσματα του μαζοχιστή.

Γιατί έχει ενδιαφέρον για τον ψυχολόγο ο μαζοχισμός;

Γιατί έχει ενδιαφέρον για τον ψυχολόγο ο μαζοχισμός;

Άφοΰ ή ψυχαναλυτική χαρακτηρολογία προϋποθέτει όρισμένες Αντιλήψεις γιά τά Ενστικτα, έχουμε Επιλέξει τά μαζοχιστικά Ενστι­κτα προκειμένου νά έξηγήσουμε Εναν Ιδιαίτερο τύπο νευρωτικού χαρακτήρα.

Ή προ-ψοχαναλυτική σεξολογία πίστευε βασικά δτι ή τάση νά Ικανοποιείσαι μέ τήν άντοχή στόν πόνο ή τήν ήθική ταπείνωση, άποτελοΟσε τό μαζοχισμό, πού θεωρούνταν σάν Ενας ειδικός ένστι- κτώδικος στόχος. ΆφοΟ ή ήδονή Απουσιάζει κι άπ* τούς δυό στό­χους, γεννήθηκε άπ* τήν άρχή κιόλας Ενα Ερώτημα γύρω άπ* τή φύ­ση τοΟ μαζοχισμού: πώς μπορεί κάτι πού είναι δυσάρεστο (Σ.τ.Επ. θά θεωρούσαμε πιό δόκιμη άντί αύτού τή χρήση τοΟ δ ρου άνηδονι- κό τόσο Εδώ όσο κα( σ’ άλλα μέρη τού δοκίμιου δπου θά τόν συναν­τήσουμε πολλές φορές), νά είναι ένστικτώδικα Επιθυμητό καί νά προσφέρει άκόμα καί Ικανοποίηση; Ή προσφυγή στην τεχνική όρολογία θά σήμαινε Απλώς 6τι Αναβάλλουμε τήν Επίλυση τού προ­βλήματος· ό δρος «άλγολαγνεία» είχε ύποτεθεΐ δτι Εξηγεί τό γεγο­νός δτι κάποιος Αντλεί ήδονή όταν τόν χτυπάνε ή τόν ταπεινώνουν. Μερικοί συγγραφείς μάντεψαν τίς σωστές σχέσεις δταν Αμφισβήτη­σαν τήν Αντίληψη δτι ό μαζοχιστής θέλει πραγματικά νά τόν χτυ­πούν- ύποστήριξαν δτι τό χτύπημα καθεαυτό Επαιζε άπλώς Ενα μεσολαβητικό ρόλο στή βίωση τής ήδονικής αύτο-ταπείνωσης (Κράφτ – Έμ πινγκ). Παράμενε, λοιπόν, πάντοτε, ή βασική διατύπω­ση: αύτό πού ό φυσιολογικός άνθρωπος βιώνει σά δυσάρεστο, θεω­ρείται άπ* τό μαζρχμπή σάν ήδονικό ή τουλάχιστον χρησιμεύει σάν πηγή ήδονής.

Ή ψυχαναλυτική διερεύνηση τοΟ λανθάνοντος περιεχομένου καί τής δυναμικής τοΟ μαζοχισμού, τόσο στίς ήθικολογικές δσο καί στίς έρωτογενείς του συνιστώσες, γέννησε Εναν πλούτο νέων Αντιλήψεων[1]. Ό Φρόυντ Ανακάλυψε δτι ό μαζοχισμός κι ό σαδι­σμός δέν είναι τελείως Αντίθετοι, δτι ό Ενας ένστικτώδικος στόχος δέν ύπάρχει ποτέ δίχως τόν Αλλο. Ό μαζοχισμός κι ό σαδισμός έμφανΐζονται σάν ένα ζευγάρι Αντιθέσεων τό ένα μπορεί νά πάρα ξαφνικά τή μορφή τοΰ Αλλου. Έτσι, πρόκειται γιά ένα θέμα διαλε­κτικής άντίθεσης πού καθορίζεται άπ’ τή μετατροπή μιΑς ένεργητι- κής στάσης σέ παθητική, ένώ τό (δεασμικό (Σ.τ.Μ. πού Αποτελείται Από ίδέες ή παραστάσεις) περιεχόμενο παραμένει τό Ιδιο[2]. Ή φροϋδική θεωρία τής λιμπιντικής Ανάπτυξης διακρίνει Ακόμα τά τρία στάδια τής παιδικής σεξουαλικότητας (στοματικό, πρωκτικό καί γενετήσιο) καί, στήν Αρχή, κατάταξε τό σαδισμό στό πρωκτικό στάδιο. ‘Αργότερα Ανακαλύφθηκε δτι κάθε στάδιο τής σεξουαλικής Ανάπτυξης χαρακτηρίζεται Από μιά Αντίστοιχη μορφή σαδιστικής έπιθετικότητας. Ερευνώντας περισσότερο αύτό τό πρόβλημα, μπό­ρεσα ν’ Ανακαλύψω σέ κάθε μιά Απ’ αύτές τίς τρεις μορφές σαδιστι­κής έπιθετικότητας, μιά ν Αντίδραση τοΰ ψυχικοΰ μηχανισμού στή συγκεκριμένη ματαίωση τής ικανοποίησης τής Αντίστοιχης έπιμέ- ρους λιμπιντικής όρμής. Σύμφωνα μ’ αύτή τήν Αντίληψη, ό σαδι­σμός κάθε στάδιου γεννιέται Απ* τήν Ανάμιξη τής σεξουαλικής Απαί­τησης καθεαυτής καί τής καταστροφικής όρμής πού στρέφεται ένάντια στό πρόσωπο τό όποιο εύθύνεται γιά τή ματαίωσή της·[3]στοματικός σαδισμός (ματαίωση τοΰ θηλασμού — καταστροφική όρμή — δάγκωμα)· πρωκτικός σαδισμός (ματαίωση τής πρωκτικής ήδονής — συντριβή, ποδοπάτημα, χτύπημα)· φαλλικός σαδισμός (ματαίωση τής γενετήσιας ήδονής — διάτρηση, τρύπημα). Αύτή ή Αντίληψη συμφωνούσε Απόλυτα μέ τήν Αρχική διατύπωση τοΰ Φρόυντ, δτι τά καταστροφικά αίσθήματα (τών όποίων ή πιό συχνή αίτία είναι ή ματαίωση ένός Ενστικτου), κατευθύνονται Αρχικά ένάντια στόν έξωτερικό κόσμο καί δέ στρέφονται ένάντια στόν έαυ- τό παρά μόνο άργότερα, δηλαδή, δταν άναστέλλονται κι αύτά άπ’ τή ματαίωση καί τό φόβο καί καταλήγουν στήν αύτοκαταστροφή. Ό σαδισμός γίνεται μαζοχισμός δταν στρέφεται ένάντια στό Ιδιο τό πρόσωπο3. Τό ύπερεγώ (ό έκπρόσωπος τοϋ προσώπου πού εύθύνε- ται γιά τή ματαίωση ή, γιά νά τό ποΟμε άλλιώς, ό έκπρόσωπος τών άπαιτήσεων της κοινωνίας μέσα στό έγώ, γίνεται τό δργανο τής τιμωρίας άπέναντι στό έγώ (συνείδηση). Τό αίσθημα ένοχής πηγά­ζει άπ’ τή σύγκρουση Ανάμεσα στήν ώθηση γιά άγάπη καί τήν κατα­στροφική όρμή.

Ή Αντίληψη δτι ό μαζοχισμός Αποτελεί Ενα δευτερογενή σχη­ματισμό, Εγκαταλείφθηκε Αργότερα κι άπ’ τόν Ιδιο τό Φρόυντ γιά χάρη μιάς άλλης, δηλαδή, τής Αντίληψης δτι ό σαδισμός ήταν μαζοχισμός πού κατευθυνόταν πρός τόν Εξωτερικό κόσμο. Σ’ αύτη τή νέα διατύπωση, είχε ύποτεθεΐ δτι ύπήρχε μιά πρωτογενής βιολο­γική τάση γιά αύτοκαταστροφή, Ενας πρωτογενής ή Ερωτογενής μαζοχισμός[4]. Αύτή ή άποψη τοϋ Φρόυντ στηρίχτηκε πάνω στήν πιό βασική παραδοχή Ενός «Ενστίκτου τοΟ θανάτου», πού τέθηκε άξιωματικά σάν ή άντίθεση τού Ερωτα. Έτσι είπαν δτι ό πρωτογε­νής μαζοχισμός είναι ή Ανεξάρτητη Εκδήλωση του βιολογικά ριζω­μένου Ενστίκτου τού θανάτου, πού στηρίζεται στίς διαδικασίες του καταβολισμού, οί όποιες διαδραματίζονται σέ κάθε κύτταρο τού όργανισμού (Επίσης καί «Ερωτογενής μαζοχισμός»)[5].

Οί ύποστη ριχτές τής θεωρίας τού Ενστίκτου τού θανάτου Εκα­ναν κάθε προσπάθεια γιά νά στηρίξουν τίς ύποθέσεις τους, Επισύ­ροντας τήν προσοχή στίς διαδικασίες τής φυσιολογίας τής Αποσύν­θεσης. “Ομως, πουθενά δέ μπορούσε νά βρεθεί μιά πειστική τεκμη­ρίωση. ‘Αξίζει νά προσεχθεί Ιδιαίτερα Ενα πρόσφατο άρθρο, πού ύπερασπίζεται τήν ύπαρξη τού Ενστίκτου τού θανάτου, γιατί προ­σεγγίζει τό πρόβλημα άπό κλινική άποψη κι Εχει φυσιολογικά Επι­χειρήματα πού, μέ τήν πρώτη ματιά, κάνουν δισταχτική τή σκέψη. Ή Τερέζα Μπένεντεκ* στηρίζει τά Επιχειρήματά της πάνω στήν Ερευνα τού Έρενμπεργκ. Αύτός ό βιολόγος άνακάλυψε δτι Ενα αύτο-άντιφατικό προτσές μπορεί νά βρεθεί άκόμα καί στό άδόμητο πρωτόζωο. ‘Ορισμένες διεργασίες πού διαδραματίζονται στό πρω­τόπλασμα καθορίζουν δχι μόνο τήν Αφομοίωση τής τροφής, Αλλά κι όδηγοΰν ταυτόχρονα σέ μιά καθίζηση ούσιών, πού προηγούμενα ήταν διαλυμένες. Ό πρώτος δομικός σχηματισμός τού κύτταρου εί­ναι άνεπίστρεπτος, στό μέτρο πού ο( διαλυμένες ούσίες μετατρέ­πονται σέ μιά στερεή, άδιάλυτη κατάσταση. Αύτό πού Αφομοιώνε­ται είναι μέρος τού ζωϊκοΰ προτσές· έκεΐνο πού δημιουργείται άπ* τήν Αφομοίωση είναι μιά μεταβολή στό κύτταρο, μιά Ανώτερη δό­μηση πού, Από £να όρισμένο σημείο και πέρα, δηλαδή, δταν κυριαρ­χεί, δέν είναι πιΑ ζωή, Αλλά ΘΑνατος. Αύτό Εχει νόημα, Ιδιαίτερα δταν σκεφτούμε τήν ΑποτιτΑνωση των ΙστίίΤν στή γεροντική ήλικία. Άλλ’ αύτό τό Ιδιο τό έπιχείρημα Αναιρεί τήν ύπόθεση μιας τάσης πρός τό θάνατο. Έκεΐνο πού έχει γίνει σταθερό κι Ακίνητο, δηλαδή, δτι Απομένει πίσω σΑν ύπόλειμμα τοϋ ζωϊκοΰ προτσές, έμποδίζει τή ζωή καί τή βασική της λειτουργία, τήν έναλλαγή τής Εντασης καί τής χαλάρωσης, τό βασικό ρυθμό τού μεταβολισμού νά έκπληρώσει τήν ΑνΑγκη γιά τροφή καί γιά σεξουαλική Ικανοποίηση. *Αύτή ή διαταραχή τοϋ ζωϊκοΰ προτσές είναι άκριβώς τό άντίθετο έκείνου πού έχουμε μάθει δτι Αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό τοϋ ένστί- κτου. Ή διαδικασία τής Αποσκλήρυνσης καταστρέφει όλοένα καί περισσότερο τό ρυθμό τής έντασης καί τής χαλάρωσης. “Αν δεχτού­με αύτές τίς διαδικασίες σάν τή βάση ένός ένστίκτου, τότε θάπρεπε άλλάξουμε τήν Αντίληψή μας γιά τά ένστικτα.

“Αν, έπιπλέον, τό άγχος ήταν ή έκφραση τού «Απελευθερωμένου ένστίκτου τοϋ θανάτου», θά παράμενε Ακόμα Ανοιχτό τό ζήτημα τής έξήγησης τοϋ πώς μπορούν ν’ Απελευθερωθούν οί «καθηλωμένες δομές». Ή Ιδια ή Μπένεντεκ λέει δτι θεωρούμε τή δομή, δηλαδή, αύτό πού έχει όριστικά Απολιθωθεί, σΑν κάτι έχθρικό πρός τή ζωή, δταν κυριαρχεί κι έμποδίζει τίς ζωικές διεργασίες.

“Αν οί διεργασίες πού διαμορφώνουν τίς δομές είναι συνώνυμες μέ τό ένστικτο τού θανάτου· άν, έπιπλέον, δπως Αναφέρει ή Μπέ­νεντεκ, τό άγχος Αντίστοιχη στήν έσωτερική αίσθηση αύτής τής κυρίαρχης Αποσκλήρυνσης, δηλαδή, τού θανάτου, τότε θά πρέπει νά ύποθέσουμε παραπέρα δτι τό άγχος άπουσιάζει στά χρόνια τής παιδικής καί τής έφηβικής ήλικίας κι έμφανίζεται σ’ ένα αύξανόμε- νο βαθμό μέ τό πέρασμα τοϋ χρόνου. Κι δμως συμβαίνει Ακριβώς τό Αντίθετο. Είναι Ακριβώς σέ περιόδους σεξουαλικής άνθισης πού ή λειτουργία τοϋ άγχους είναι πιό έντονη, δηλαδή, έξαιτίας τής κατάστασης Αναστολής. Σύμφωνα μ* αύτή τήν ύπόθεση, θάπρεπε έπίσης ν’ Ανακαλύψουμε τό φόβο τοϋ θανάτου καί στά ίκανοποιη- μένα Ανθρώπινα δντα, γιατί κι αύτά ύπόκεινται στήν Ιδια βιολογική διαδικασία της Αποσύνθεσης δπως κι έκεΐνα πού είναι Ανικανοποίη­τα.

‘Ακολουθώντας μέ συνέπεια τή φροϋδική θεωρία γιά τό «ούσια- στικό Αγχος», μπόρεσα ν* άλλάξω τήν Αρχική φόρμουλα — τό Αγχος γεννιέται Απ’ τή μετατροπή της λίμπιντο — ώς έξής: τό Αγχος είναι ένα φαινόμενο τοΰ Γδιου προτσές διέγερσης στό Αγγειονευροφυτικό σύστημα πού γίνεται αίσθητό στό αίσΟητηριακό σύστημα σά σεξουαλική ήδονή·.

4 “Η κλινική παρατήρηση μάς διδάσκει δτι, Αρχικά, τό Αγχος δέν είναι τίποτα Αλλο παρά ή αίσθηση ένός σφιξίματος, μιά κατάσταση λίμνανσης (Αγχος = angustiae)· οί φόβοι (φανταστικοί κίνδυνοι) γί­νονται συγκινησιακά φορτισμένα Αγχη, μόνον δταν συμβαίνει αύτή ή συγκεκριμένη λίμνανση**Άν τελικά διαπιστωθεί δτι ot κοινωνικά έπιβεβλημένοι περιορισμοί τής σεξουαλικής Ικανοποίησης έπιταχύ- νουν τή σεξολίμνανση πού συνοδεύει τίς διαδικασίες διαμόρφωσης δομών, έπιταχύνοντας έτσι καί τή διαδικασία τοΰ θανάτου, αύτό δέ θάταν Απόδειξη δτι τό Αγχος πηγάζει Απ’ αύτές τίς διαδικασίες, Αλλά δτι ή ήθική πού Αρνιέται τή σεξουαλικότητα, έχει καταστροφι­κά Αποτελέσματα γιά τή ζωή.

*Η νέα αύτή διατύπωση τής έννοιας τοΰ μαζοχισμοΰ, καταλήγει αύτόματα σέ μιά Αλλαγή στήν αίτιολογική φόρμουλα τής νεύρω­σης. Τό ούσιαστικό νόημα της Αρχικής πεποίθησης τοΰ Φρόυντ ήταν δτι ή ψυχική Ανάπτυξη διαδραματίζεται μέ βάση τή σύγκρου­ση Ανάμεσα στό ένστικτο καί τόν έξωτερικό κόσμο. ‘Ακολούθησε μιά δεύτερη Αντίληψη πού δέν κατάργησε, είναι Αλήθεια, τήν πρώ­τη, Αλλά μείωσε πάρα πολύ τή σημασία της. Τώρα ή ψυχική σύγ­κρουση θεωρούνταν σάν τό Αποτέλεσμα τής σύγκρουσης Ανάμεσα στόν έρωτα (σεξουαλικότητα, λίμπιντο) καί τό ένστικτο τοΰ θανά­του (παρόρμηση γιά αύτοεκμηδενισμό, πρωτογενής μαζοχισμός).

Ή κλινική βάση γι* αύτή τήν ύπόθεση, πού Απ’ τήν Αρχή γέννη­σε τίς πιό βαθιές Αμφιβολίες, ήταν τό ίδιότυπο, πραγματικά αίνιγμα- τικό γεγονός, δτι όρισμένοι Ασθενείς φαίνονται σά νά μή θέλουν ν* Απαλλαγούν Απ* τήν όδύνη τους, Αλλά σά νά έπιδιώκουν όδυνηρές καταστάσεις ξανά καί ξανά. Αύτό έρχότανε σέ Αντίθεση μέ τήν

Αρχή της ήδονής. Έτσι, θάπρεπε νά ύποθέσουμε δτι ύπήρχε μιά έσωτερική, κρυμμένη πρόθεση νά συνεχιστεί ό πόνος ή νά ξαναβιωθεΐ[6]. Παράμενε, δμως, άμφίβολο πώς θάπρεπε νά συλλά­βουμε αύτή τή «θέληση γιά τήν όδύνη», σάν πρωτογενή βιολογική τάση ή σά δευτερογενή σχηματισμό τοΰ ψυχικού όργανισμού* ΤΗταν δυνατό νά διαπιστωθεί μιά άνάγκη γιά τιμωρία πού, σύμφω­να μέ τήν ύπόθεση τοΰ ένστίκτου τοΰ θανάτου, φαινόταν νά Ικανο­ποιεί, διαμέσου τού αύτοεπιβεβλημένου πόνου, τίς άπαιτήσεις ένός άσυνείδητου αίσθήματος ένοχης. Κι ή ψυχαναλυτική φιλολογία, πού άκολούθησε τήν έκδοση τοΰ Πέρα άπό τήν !Αρχή τής Ήδονής, μέ κύριους έκπρόσωπους τούς ‘Αλεξάντερ, Ράικ καί Νούνμπεργκ, τροποποίησε, δίχως πραγματικά νά τό συνειδητοποιήσει, τή φόρ­μουλα τής νευρωτικής σύγκρουσης[7]. Αρχικά, είπώθηκε δτι ή νεύ­ρωση προερχόταν άπ* τή σύγκρουση άνάμεσα στό ένστικτο καί τόν έξωτερικό κόσμο (λίμπιντο — φόβος τιμωρίας). Τώρα λέγεται δτι ή νεύρωση πηγάζει άπ* τή σύγκρουση άνάμεσα στό ένστικτο καί τήν άνάγκη γιά τιμωρία (λίμπιντο — έπιθυμία γιά τιμωρία), δηλαδή, άκριβώς τό άντίθετο άπ* δτι είχε είπωθεϊ προηγούμενα[8]. Αύτή ή

άντίληψη βρισκόταν σέ τέλεια Αρμονία μέ τή νέα θεωρία των ένστι­κτων, πού βασιζόταν στήν άντίθεση άνάμεσα στόν Ερωτα καί τό έν­στικτο τοϋ θανάτου.

Ή νέα αύτή θεωρία άναζήτησε τήν προέλευση τής ψυχικής σύγκρουσης στά έσωτερικά στοιχεία κι Επισκίασε, όλοένα καί περισσότερο, τόν ύπέρτατο ρόλο τοϋ έξωτερικοϋ κόσμου[9] πού άπαγορεύει καί τιμωρεί. Στήν άρχική θεωρία, ό πόνος λεγόταν δτι άπορρέει «άπό τόν Εξω κόσμο, άπ’ τήν κοινωνία». Τώρα λεγόταν δτι άπορρέει «άπό τή βιολογική θέληση γιά όδύνη, άπό τό Ενστικτο τού θανάτου καί τήν άνάγκη γιά τιμωρία». Αύτή ή νέα διατύπωση Εφρα­ξε τό δρόμο πού όδηγεΐ στήν κοινωνωλογία τής άνθρώπινης όδύνης δπου, ή άρχική ψυχολογική φόρμουλα γιά τήν ψυχική σύγκρουση, είχε πραγματοποιήσει σημαντική πρόοδο. Ή θεωρία τού ένστίκτου τοϋ θανάτου, δηλαδή, ή θεωρία τών αύτοκαταστροφικών βιολογι­κών ένστικτων, όδηγεΐ σέ μιά πολιτισμική φιλοσοφία τής άνθρώπι­νης όδύνης (βλ. Ό Πολιτισμός κι οί Δυστυχίες του).(Σ.τ.Μ. Τό κλασσικό αύτό Εργο τοϋ Φρόυντ Εχει κυκλοφορήσει στήν ‘Ελλάδα έδώ καί πολλά χρόνια μέ τίτλο: «Ό Πολιτισμός Πηγή Δυστυχίας»). Ή Ανθρώπινη όδύνη θεωρείται δτι είναι άνεξίτηλη, γιατί οί κατα­στροφικές παρορμήσεις κι οί παρορμήσεις αύτοκαταστροφής δέν μπορούν νά δαμαστούν[10]. Ή άρχική διατύπωση τής ψυχικής σύγ­κρουσης, άπ’ τήν άλλη μεριά, όδηγεΐ σέ μιά κριτική τού κοινωνικού συστήματος.

Μέ τή μετατόπιση τής πηγής τής όδύνης άπ* τόν έξωτερικό κό­σμο, άπ* τήν κοινωνία, στήν έσωτερικό κόσμο καί μέ τόν ύποβιβα- σμό της σέ μιά βιολογική τάση, ύπονομεύθηκε σοβαρά μιά άπ’ τίς Αρχικές καί θεμελιακές άρχές τής Αναλυτικής ψυχολογίας, ή «άρχή τής ήδονής — δυσαρέσκειας». Ή άρχή τής ήδονής — δυσαρέσκειας άποτελεϊ ένα βασικό νόμο τοΰ ψυχικοΰ μηχανισμοΰ, σύμφωνα μέ τόν όποΐο ή ήδονή έπιδιώκεται κι ή δυσαρέσκεια άποφεύγεται.

Στήν προηγούμενη άντίληψη, ή ήδονή κι ή δυσαρέσκεια ή, γιά νά τό έκφράσουμε διαφορετικά, ή ψυχική άντίδραση σέ ήδονικά καί δυσάρεστα έρεθίσματα, καθόριζαν τήν ψυχική άνάπτυξη καί τίς ψυχικές άντιδράσεις. Ή «άρχή τής πραγματικότητας» δέν ήταν άντίθετη μέ τήν άρχή τής ήδονής· συνεπαγόταν άπλώς δτι, στήν πορεία τής Ανάπτυξης κι έξαιτίας τής έπίδρασης τοΰ έξωτερικοΰ κό­σμου, ό ψυχικός μηχανισμός πρέπει νά συνηθίσει ν* Αναβάλλει πρό­σκαιρες έπιδιώξεις ήδονής καί ν’ άγνοεϊ Αλλες όλότελα. Αύτές οί «δύο Αρχές τής ψυχικής λειτουργικότητας»,13 θά μπορούσαν νά Ισχύουν μόνο στό μέτρο πού ό μαζοχισμός θεωρείται σάν ή έπιθυ- μία ν’ Αντέξεις τόν πόνο, πού γεννιέται Από μιά Αναστολή τής τάσης νά προξενηθεΐ πόνος ή όδύνη σ* ένα Αλλο πρόσωπο — δταν, δηλα­δή, θεωρείται σάν Αντίστροφος σαδισμός. Μέ βάση αύτή τήν άντί­ληψη, ό μαζοχισμός βρίσκεται έξ όλοκλήρου μέσα στά πλαίσια τής Αρχής τής ήδονής, παρόλο πού παραμένει τό πρόβλημα τοΰ πώς μπορεί νάναι ήδονικός ό πόνος. *Απ’ τήν άρχή κιόλας, αύτό έρχό- ταν σέ Αντίθεση μέ τή φύση καί τό νόημα τής λειτουργίας τής ήδο- νης. Ένώ ήταν δυνατό νά καταλάβουμε πώς μπορούσε νά μεταμορ­φωθεί σέ δυσαρέσκεια ή άνικανοποίητη ή άνασταλμένη ήδονή, ήταν δύσκολο νά καταλάβουμε πώς ή δυσαρέσκεια μπορούσε νά γί­νει ήδονή. Κοντολογής, Ακόμα κι ή άρχική άντίληψη τής γενικά παραδεκτής Αρχής τής ήδονής, δέν έλυνε τό βασικό αίνιγμα τοΰ μαζοχισμού, γιατί τό νά ποΰμε δτι ό μαζοχισμός είναι ή ήδονή πού άντλείται άπ* τή δυσαρέσκεια, δέν έξηγοΰσε τίποτα.

Τό Αξίωμα ένός «ψυχαναγκασμοΰ έπανάληψης» έγινε δεκτό άπ’ τούς περισσότερους ψυχαναλυτές σά μιά Ικανοποιητική λύση στό πρόβλημα τής όδύνης. Ταίριαζε έξαιρετικά καλά μέ τήν ύπόθεση τοΰ ένστικτου τοΰ θανάτου καί μέ τή θεωρία τής Ανάγκης γιά τιμω­ρία, Αλλά ήταν Αμφίβολη Από δυό Απόψεις. ‘Αρχικά, Αναιρούσε τή σωστή, γενικά, άρχή τής ήδονής, πού ήταν τόσο πολύτιμη Αποδει­κτικά καί κλινικά. Κατά δεύτερο λόγο, είσήγαγε μέσα στήν έμπει- ρικά καλά θεμελιωμένη θεωρία τής Αρχής τής ήδονης — δυσα­ρέσκειας, ένα Αναμφισβήτητα μεταφυσικό στοιχείο, μιά άναπόδει- κτη καί «μή – Αποδείξιμη» ύπόθεση πού προκάλεσε πολλή καί πε­ριττή σύγχυση στήν Ανάπτυξη τής ψυχαναλυτικής θεωρίας. Θεω­ρήθηκε δτι ύπάρχει ένας βιολογικός ψυχαναγκασμός γιά τήν έπα- νάληψη δυσάρεστων καταστάσεων. Ή άρχή τοϋ «ψυχαναγκασμοΰ Επανάληψης» δέν είχε καί μεγάλη σημασία άν θεωρούνταν σά μιά βασική βιολογική άρχή, γιατί σάν τέτοια ήταν άπλως Ενας δρος. “Η διατύπωση της άρχής τής ήδονής — δυσαρέσκειας, άπ* τήν άλλη μεριά, μπορούσε νά στηριχτεί στούς φυσιολογικούς νόμους της Εν­τασης καί της χαλάρωσης. Στό μέτρο πού ό ψυχαναγκασμός Επανά­ληψης γινόταν κατανοητός μέ τήν Εννοια ένός νόμου, πού Ελεγε δτι κάθε Ενστικτο προσπαθεί νά έδραιώσει τήν κατάσταση ήρεμίας κι Επιπλέον, νά ξαναβιώσει ήδονές πού άπόλαυσε κάποτε, δέν ύπήρχε καμιά άντίρρηση. Κατανοημένη Ετσι, αύτή ή διατύπωση ήταν Ενα πολύτιμο συμπλήρωμα της κατανόησής μας γιά τό μηχανισμό τής Εντασης καί της χαλάρωσης. Όταν νοείται μ’ αύτό τόν τρόπο, ό ψυχαναγκασμός έπανάληψης βρίσκεται έξ όλοκλήρου μέσα στά πλαίσια τής άρχή ς τής ήδονής· πραγματικά, ή άρχή τής ήδονης καθεαυτή Εξηγεί τόν ψυχαναγκασμό έπανάληψης. Στά 1923, καθό­ρισα, μάλλον άδέξια, τό Ενστικτο σάν τήν ούσία τής ήδονής πού πρέπει νά Επαναληφθεί[11]. Έτσι, μέσα στά πλαίσια τής άρχής τής ήδονής, ό ψυχαναγκασμός έπανάληψης άποτελεΐ μιά σημαντική θεωρητική ύπόθεση. Όμως, ή άρχή τοΰ ψυχαναγκασμοΰ έπανάλη­ψης άπόκτησε τήν πιό σημαντική της διατύπωση άκριβώς πέρα άπ’ τήν άρχή τής ήδονής, σάν μιά ύπόθεση γιά τήν έξήγηση γεγονότων πού ή άρχή τής ήδονής ύποτίθεται δτι δέν ήταν Επαρκής. Δέν ήταν, δμως, δυνατό ν’ άποδειχθεΐ κλινικά δτι ό ψυχαναγκασμός έπανάλη­ψης Αποτελούσε μιά πρωτογενή τάση τοϋ ψυχικού μηχανισμού. Ύποτίθεται δτι διευκρίνιζε τόσα πολλά κι δμως δέν μπορούσε ν* άποδειχθεΐ ό Ιδιος. Παραπλάνησε πολλούς ψυχαναλυτές κάνοντάς τους νά ύποθέσουν δτι ύπήρχε μιά «ύπερατομική» Ανάγκη. Αύτό ήταν μιά περιττή έξήγηση τής προσπάθειας γιά έπανεδραίωση τής κατάστασης ήρεμίας, γιατί αύτή ή προσπάθεια Εξηγείται τέλεια μέ βάση τή λειτουργία τής λίμπιντο πού προσπαθεί νά Επιφέρει κάποια χαλάρωση. Αύτή ή χαλάρωση, σέ κάθε ένστικτώδικη σφαίρα» δέν είναι τίποτα άλλο παρά ή έγκαθίδρυση τής άρχικης κατάστασης ήρεμίας κι ύπονοεΤται στήν έννοια τοΰ ένστίκτου. Παρενθετικά, θά έπρεπε νά τονίσουμε δτι άκόμα κι ή ύπόθεση μιας βιολογικής τάσης γιά θάνατο, γίνεται περιττή, δταν πάρουμε ύπόψη δτι ή φυσιολογι­κή κάμψη τοΰ όργανισμοΰ, ό σταδιακός του θάνατος, άρχίζει καθώς έξασθενίζει ή λειτουργία τοΰ σεξουαλικού μηχανισμοΰ, πού είναι ή πηγή τής λίμπιντο. Επομένως, ό θάνατος δέ χρειάζεται νά στηρίζε­ται πουθενά άλλοΰ παρά στή σταδιακή διακοπή τής λειτουργικότη­τας τού ζωτικοΰ μηχανισμού.

Τό κλινικό πρόβλημα τοΰ μαζοχισμοΰ, περισσότερο άη’ ότιδή- ποτε άλλο, άπαιτοΰσε μιά λύση κι όδήγησε στήν άτυχή ύπόθεση ένός ένστίκτου τοΰ θανάτου, ένός ψυχαναγκασμοΰ έπανάληψης πέ­ρα άπ* τήν άρχή της ήδονης καί μιας άνάγκης γιά τιμωρία, σάν τή βάση της νευρωτικής σύγκρουσης. Σέ μιά πολεμική πού στρεφόταν ένάντια στόν Αλεξάντερ’7, ό όποιος είχε οίκοδομήσει μιά όλόκλη- ρη θεωρία γιά τήν προσωπικότητα, μέ βάση αύτές τίς ύποθέσεις, προσπάθησα νά βάλω τή θεωρία τής άνάγκης γιά τιμωρία μέσα στό σωστό της πλαίσιο. Άκόμα κι άναφορικά μέ τή θέληση γιά όδύνη, βασίστηκα στήν παλιά θεωρία τοΰ μαζοχισμού σάν τελική δυνατή έξήγηση. Τό ζήτημα τοΰ πώς έπιζητδται ή δυσαρέσκεια, δηλαδή, πώς μπορεί νά γίνει ήδονή, παράμενε άκόμα μετέωρο, άλλά έκέΐνο τόν καιρό δέν είχα τίποτα νά προσφέρω. Οΰτε ή ύπόθεση ένός έρω- τογενοΰς μαζοχισμού, μιας συγκεκριμένης προδιάθεσης γιά έρωτι- σμό στήν περιοχή τοΰ πρωκτού καί στό δέρμα, νά βιώσει τόν πόνο σάν ήδονικό (Σάτζερ), προσφέρει κάποια Ικανοποίηση, γιατί πώς θά μποροΰσε ό έρωτισμός στήν περιοχή τοΰ πρωκτοΰ νά συσχετιστεί μέ τή βίωση τοΰ πόνου σάν ήδονης; Καί γιατί ό μαζοχιστής βιώνςι σάν ήδονή αύτό πού οί άλλοι αίσθάνονται, μέ τά χτυπήματα στήν Τδια έρωτογενή ζώνη, σάν όδυνηρό καί δυσάρεστο;

Ό Γδιος ό Φρόυντ έλυσε μερικά αύτό τό έρώτημα. Στή φαντα­στική Ιστορία του, «Ένα παιδί τρώει ξύλο», άναζήτησε τήν άρχική ήδονική κατάσταση στό: «Όχι έγώ, άλλά ό άντίπαλός μου τρώει ξύλο»”. ‘Αλλ* αύτό δέν πρόσφερε μιάν άπάντηση στό έρώτημα για­τί τό ξύλο συνοδευόταν άπό ήδονή. “Ολοι οί μαζοχιστές όμολογοΰν δτι ή ήδονή συνδέεται μέ τή φαντασίωση δτι τρώνε ξύλο ή μέ πραγ­ματικό αύτο-μαστίγωμα, δτι μπορούν νά βιώσουν τήν ήδονή ή νά φθάσουν στή σεξουαλική διέγερση μόνο μ’ αύτή τή φαντασίωση.

Μακρόχρονη έρευνα μαζοχιστικών περιπτώσεων δέν πρόσφερε καμιά λύση. Μόνον δταν άρχισα νά έχω Αμφιβολίες γιά τήν όρθό- τητα καί τήν άκρίβεια αύτών πού έλεγαν ot Ασθενείς, μπόρεσε νά φωτίσει αύτό τό σκοτάδι μιά Ακτίνα φωτός. Δέν μπορεί παρά νά παραξενευτεί κανείς πού, παρά τά τόσα χρόνια ψυχαναλυτικής έργασίας είχαμε μάθει τόσο λίγο ν’ Αναλύουμε τή μαζοχιστική βίω­ση της ίδιας τής ήδονης. Διερευνώντας σέ βάθος τή λειτουργία τής ήδονής στό μαζοχιστή, έντυπωσιάστηκα ξαφνικά άπό ένα περίεργο γεγονός πού ήταν έξαιρετικά αίνιγματικό Αρχικά, Αλλά πού πρό­σφερε ταυτόχρονα μιά τέλεια Αποσαφήνιση της σεξοοικονομίας καί, συνακόλουθα, τής είδικής βάσης τοΰ μαζοχισμού. Εκείνο πού ήταν έκπληκτικό καί συνάμα αίνιγματικό, ήταν πώς ή φόρμουλα, δτι ό μαζοχιστής βιώνει τή δυσαρέσκεια σάν ήδονή, Αποδείχθηκε λαθεμέ­νη. Τό πιθανότερο ήταν, ό ειδικός μηχανισμός ήδονής τοΰ μαζοχι­στή νά ήταν Ακριβώς δτι, ένώ έπιδιώκει τήν ήδονή δπως κάθε Αλλο πρόσωπο, ένας μηχανισμός διαταραχής προκαλεί τήν Αποτυχία αύτής της έπιδίωξης. Αύτό, μέ τή σειρά του, κάνει τό μαζοχιστή νά νιώθει τίς αισθήσεις, πού βιώνονται σάν ήδονικές άπό ένα φυσιολογι­κό πρόσωπο, σάν δυσάρεστες, δταν ξεπερνάνε μιάν όρισμένη ένταση. Ό μαζοχιστής, Απέχοντας πολύ Απ* τό νά έπιδιώκει τή δυσαρέσκεια, έκδηλώνει μιάν ίσχυρή έλλειψη Ανεκτικότητας στις ψυχικές έντάσεις καί πάσχει Από μιά ποσοτική ύπερπαραγωγή δυσαρέσκειας, κάτι πού δέ βρίσκουμε σέ καμιά ν Αλλη νεύρωση.

Πραγματευόμενος τό πρόβλημα τοΰ μαζοχισμού, θέλω νά ξεκι­νήσω δχι Απ* τή μαζοχιστική διαστροφή — δπως συμβαίνει συνή­θως — Αλλ* Απ* τή χαρακτηρολογική βάση τής Αντίδρασης. Γιά νά τό διευκρινήσω αύτό, θά χρησιμοποιήσω τήν περίπτωση ένός Ασθε­νή πού ή ψϋχανάλυσή του κράτησε σχεδόν τέσσερα χρόνια. Ή περίπτωσή του έδωσε Απαντήσεις σέ έρωτήματα πού είχαν Αφήσει Αναπάντητα διάφορες προηγούμενες περιπτώσεις Ασθενών. Οί περι­πτώσεις αύτές κατανοήθηκαν μόνο «έκ των ύστέρων» μέ βάση τ* άποτελέσματα αύτής της περίπτωσης, πού χρησιμεύει έδώ σάν παράδειγμα.


[1]  Μιά λεπτομερής, κριτική σύνοψη τών ψυχαναλυτικών άποτβλβσμάτων μπο­ρεί νά βρεθεί στόν Φένιοελ: Perverstonen, Psychosen, Charakientorungeru Interna- fouler Piychoanmlytiachcr VerUg, 1931, σ. 37 έιακ.

[2]  Φρόυντ: «Triebe und Trkbschickule», Ocl Schr. Bd. V, o. 4S3.

[3]    Ράιχ: «Obcr die QueUen der neurotischen Aufit>, Internatkmalen Zeiischrf/l JUr Psychoanalyse, XI (1926), «. 427.

[4]   «Άν εΐναι κανείς διατεθειμένος νά παραβλέψει λίγη Ανακρίβεια, μπορούμε νά πούμε ηώς τό Ενστικτο τοϋ θανάτου, πού λειτουργώ στόν όργανισμό – πρωταρχι­κός σαδισμός — είναι ταυτόσημο μέ τό μαζοχισμό·. Ό Φρόυντ στό δρθρο του •Das ekonomischc Problem des Masochismus» (ιΤό Οίκονομικό Πρόβλημα τοϋ Μαζοχισμού·).

[5]    Φρόυντ: Jensetts des Lustprlnzips, Gee. Schr., Bd. VI.

[6]     «Αύτό πού Εχει σημασία είναι ή Ιδια ή όδύνη».

«Ή Ικανοποίηση αύτής τής Ασυνείδητης αίσθησης ένοχής είναι ίσως ό πιό Ισχυρός προμαχώνας στό κέρδος (συνήθως σύνθετο) τού ύποκείμενου άπ’ τήν Αρρώστια — στό Αθροισμα τών δυνάμεων πού μάχονται ένάντια στήν Ανάρρωσή του καί Αρνούνται νά έγκαταλείψουν τήν κατάσταση τής Αρρώστιας του. Ή όδύνη πού συνεπάγονται ο( νευρώσεις, είναι Ακριβώς ό παράγοντας πού τίς κάνα πολύτι­μες γιά τήν μαζοχιστική τάση».

Φρόυντ: tDas 6konomische Problem des Masochismus».

[7]     Αύτή τή στιγμή, ή θεωρία τού Ενστικτου τού θανάτου δεσπόζει στήν ψυχα­ναλυτική φιλολογία. Ό ίδιος ό Φρόυντ, μερικά χρόνια πρίν σέ μιά συζήτηση, περί­γραψε τή θεωρία τοϋ Ενστικτου τοϋ θανάτου σάν μιά ύπόθεση πού στεκόταν Εξω Απ’ τήν κλινική πείρα. Στό, Πέρα dn’ τήν ‘Αρχή τής Ήδονής, διαβάζουμε στό τέλος: «. νά είστε Ετοιμοι νά Εγκαταλείψετε Ενα δρόμο πού Εχετε Ακολουθήσει γιά κάποιο χρονικό διάστημα, δταν δέν φαίνεται νά όθηγεΐ σέ κάτι καλό». ‘Ωστόσο, ή ύπόθεση Εγινε κλινική «θεωρία»- 6χι μόνο δέν τήν Εγκατέλειψαν — δέν όδήγησε σέ τίποτα καλό. Μερικοί ψυχαναλυτές Ισχυρίζονται Ακόμα δτι Εχουν Αμεσα στοιχεία γιά τό Ενστικτο τοϋ θανάτου.

[8]     «Ό πυρήνας όλόκληρης τής ψυχολογίας τής νεύρωσης περιέχεται στήν πρόταση: ή ένοχή έξιλεώνεται μέ τήν τιμωρία, μέ τήν όδύνη». ‘Αλεξάντερ:

■ Neurose und Gesamtpersdnlichkeit·, Iniernationalen Zettschr\ft fur Psychoanaly­se. XII (1926), σ. 342.

■Ή νεύρωση, πού στην ούσία βασίζεται σέ μιά σύγκρουση μεταξύ ένστικτικής άπαιτησης καί Ανάγκης γιά τιμωρία…· (Ράικ).

[9]     Ή άντίληψη αύτή βρήκε τούς πιό Ενθερμους ύποστηρικτές της στήν Αγγλι­κή όμάδα τής Διεθνούς Ψυχαναλυτικής Εταιρείας.

[10]   Τό μοιραίο Ερώτημα γιά τό άνθρώπινο είδος μού φαίνεται πώς είναι Αν κα( σέ ποιό βαθμό ή πολιτιστική του άνάπτυξη, θά καταφέρει νά δαμάσει τή διαταραχή τής κοινοτικής του ζωής άπ* τό άνθρώπινο Ενστικτο τής Επιθετικότητας καί τής αύτοκαταστροφής·. Ό Πολιτισμός καί οί Δυστυχίες του, άγγλική μετάφραση πού παραθέτω άπό τά Άπαντα τής Ψυχολογικής Εργασίας τοϋ Σίγκμουντ Φρόυντ, Τομ. XXI.

[11]   Ράιχ: «Zur Tncb-Energetik·, Zeitschrtfl fir Sexualwissenchqft, X (1923)

Τι θέλω; Θέλω να με θέλει! Αλλά πως;

Τι θέλω; Θέλω να με θέλει! Αλλά πως;

Τί θέλω;

-Μιά ψυχοσωματική ισορροπία άρμονική;

-Μιά πιό μεγάλη εύκολία γιά διανοητική εργασία;

-Μιά σιγουριά κι άνεση τέλεια όταν βρισκόσαστε μπροστά σέ

κόσμο;

-Μιά σιγουριά και μιά εύημερία οικονομική;

-Μιά εκτεταμένη γνώση άπό τεχνικής ή φιλοσοφικής πλευράς;

-Μιά δύναμη υποβλητική και κυριαρχική πάνω άπ τό

συνηθισμένο;

-Τήν άπόκτηση μιας τάδε θέσης, τοϋ τάδε λειτουργήματος, τής τάδε κοινωνικής κατάστασης;

-Οί άναγκαϊες ικανότητες γιά νά συνεργαστείτε ως πρός τήν επίτευξη ενός κοινωνικού ιδανικού;

-Τήν άπαραίτητη σοφία γιά νά ταυτίσετε τή συμπεριφορά σας μέ τή θεωρία πού πρόσφατα έχει άποδειχθεϊ ότι σας «γεμίζει»;

Αν τά ερωτήματα αύτά δέν άντιστοιχοϋν άκριβώς μέ τις τάσεις σας μπορείτε νά τά μετατρέψετε άνάλογα.

φτη, θά “ναι μεγάλο τό συμφέρον γιά σας άν έξεταστεΐτε χωρίς έπιείκια ή δειλία. ” Η ύπερεκτίμηση – όπως κι ή υποτίμηση – τοϋ έαυτοϋ σας δέ θά έξυπηρετοϋσαν καθόλου τό σκοπό σας.

Συνειδητοποιώντας τή σημερινή διανοητική σας κατάσταση τέτοια όπως είναι, έχετε κάνει ένα πρώτο βήμα πάνω στό δρόμο γιά ένα ριζικό μετασχηματισμό, διεγείρετε τόν άποφασιστικό ένθουσιασμό γιά τήν έπίτευξη τών προτερημάτων πού σάς λείπουν καί γιά τήν καταστολή τών μειονεκτημάτων πού σάς στενοχωρούν.

” Εχουν γραφτεί καί ειπωθεί πολλά σχετικά μέ τό «σύ μπλεγμα κατωτερότητας», κι έχει διαφωτιστεί πολύ καλά ή ισχυρή έπίπτω- ση πού τό συναίσθημα της άνεπάρκειας προκαλεί σέ μερικούς άνθρώπους. Τό άτομο πού συνειδητοποιεί έναν ορισμένο άριθμό μειονεκτημάτων του, άν έξεγερθεί απέναντι στήν κατάστασή του αύτή, άν νιώσει άπέναντι στά μειονεκτήματά του μιά βίαιη άπέχθεια, τότε έχει κιόλας κάνει τά πρώτα βήματα στό δρόμο γιά τήν άνωτερότητα. Ό δειλός πού έξεγείρεται, αύτός πού τή δειλία του τήν άντιμετωπίζει μέ τρόμο, είναι κιόλας μισογιατρε- μένος καί θ’ άποκτήσει τήν πιό άδιατάραχτη σιγουριά. Αύτός πού έντυπωσιάζεται εύκολα, γρήγορα θά γίνει άπροσπέλαστος, άπρό- σβλητος άπό κάθε έξωτερική έπιρροή, άνάντί νά ύποταχθεΐκαί νά δεχτεί νά περάσει ολόκληρη τή ζωή του μέσα στήν έπίπονη κατάσταση ν’ άποδέχεται τό κάθε τι πού θά φέρουν οί περιστάσεις, άποφασίζει ν’ αντιδράσει μεθοδικά καί νά τις άποφεύγει όλες αύτές τις περιστάσεις, μέ σκοπό ν’ άποκτήσει μιά έσωτερική σταθερότητα. Θά ξεπεράσει τότε τά έμπόδια καί θ’ άποκτήσει μιά παραδειγματική ψυχραιμία.

“Αν έμπνευστεΐτε άπ’ αύτό τό άρθρο, όσο λίγο διατεθειμένοι κι άν είσαστε ότι μπορείτε νά ώφεληθεϊτε, δημιουργούνται καί γιά σάς οί δυνατότητες νά γίνετε μιά άνθρώπινη οντότητα πολύ πιό άνώτερη άπό τό μέσον όρο. Θά βρείτε σ’ αύτό τό βιβλίο τή δύναμη, θά κινητοποιήσετε τήν ένεργητικότητά σας, θ’ άποκτή- σετε άποφασιστικότητα, κι αύτό θά ναι ή άνταμοιβή σας, μιά πού έτσι θά ρθει ή έπιτυχία. Θά έξυψώσετε στό μάξιμουμ τις δυνατότητές σας καί θά δημιουργήσετε άλλες, σ εν άνώτερο έπίπεδο

Ο μαζοχιστικός χαρακτήρας – Ράϊχ

Ο μαζοχιστικός χαρακτήρας – Ράϊχ

Ό  ”Μαζοχιστικός Χαρακτήρας» έμφανίστηκε γιά πρώτη φορά στό περιοδικό INTERNA TIONALEN ZEITSCHRIFT FOR PSYCH OA ΝΑ LYSE, XVIII (1932 – 1933). ‘Αντιπροσωπεύει τη κλινική ρήξη τοΰ Βίλ­χελμ Ράιχ μέ τή θεωρία τοΰ ένστικτου τοΰ θανάτου τοΰ Φρόυντ. Γιά πρώτη φορά στήν (στόρια τής σεξουαλικής παθολογίας, Αποδείχθηκε μέ βάση κλινι­κές έρευνες δτι:

  1. 1.   Τά φαινόμενα πού χρησίμευαν γιά νά τεκμηριώσουν τήν ύπόθεση τής θεωρίας τοΰ ένστικτου τοΰ θανάτου, άντλοΰν τήν προέλευση τους άπό μιά είδική μορφή τοΰ άγχους όργασμοΰ.
  2. 2.     Ό μαζρχισμός δέν Αποτελεί μιά βιολογικά καθορισμένη όρμή- είναι, μάλλον, μιά δευτερογενής όρμή μέ σεξοοικονομική έννοια, δηλαδή, τό άπο- τέλεσμα μιας καταστολής των φυσικών σεξουαλικών μηχανισμών.
  3. 3.   Δέν ύπάρχει καμιά βιολογική τάση πού νά στρέφεται ένάντια στήν ήδονή, έπομένως, δέν ύπάρχει κανένα ένστικτο τοΰ θανάτου.

Στά 1933, αύτό τό δοκίμιο ένσωματώθηκε στη Χαρακτηρανάλυση τοΰ Βίλχελμ Ράιχ.

Στά χρόνια πού άκολούθησαν τή δημοσίευση του, κομμάτια αότής τής Αποσαφήνισης τοΰ προβλήματος τοΰ μαζρχισμοΰ, υιοθετήθηκαν άπό διάφο­ρου ν ψυχαναλυτές, δίχως νά γίνει καμιά Αναφορά στήν πηγή τους. Κανείς, δμως, 6έ συζήτησε ή δέν παρουσίασε τό κεντρικό στοιχείο τοΰ προβλήματος, δηλαδή, τήν είδική μαζοχιστική Αναστολή τής λειτουργίας τοΰ όργασμοΰ, πού έκδηλώθηκε σάν φόβος θανάτου ή φόβος διάρρηξης. Έτσι, ή λύση τοΰ προβλήματος τοΰ μαζρχισμοΰ έχει παραμείνει Αποκλειστική έπιστημονική έπίτευξη τής σεξοοικονομίας.

 

Ή δημοσίευση αύτοΰ τοΰ δοκιμίου στά 1932, συνοδεύτηκε άπό δραματι­κά έπακόλουθα. Ό Φρόυντ, πού ήταν ό έκδοτης τοΰ περιοδικού INTERNA TIONALEN ZEITSCHRIFT FOR PSYCHOANALYSE, δέχτηκε νά δημοσιέψει τό Αρθρο σ’ αύτό τό περιοδικό μόνο μέ τήν προϋπόθε­ση δτι θά συνοδευόταν Από μιά σημείωση τοΰ έκδότη. Αύτη ή σημείωση ύπο- τίθεται δτι θά πληροφορούσε τόν Αναγνώστη πώς 6 Βίλχελμ Ράιχ είχε γρά­ψει αύτό τό άρθρο ένάντια στη θεωρία του ένστικτου του θανάτου, «χΥπηρε­τώντας» τό Κομμουνιστικό Κόμμα. Ένας Αριθμός Βιενέζων ψυχαναλυτών άπόρριψε αΰτό τόν παραλογισμό καί πρότεινε μιά διαφορετική διέξοδο άπ’ αύ τή τή δυσκολία, δηλαδή, νά δημοσιευτεί τό άρθρο τοΰ Ράιχ πάνω ατό μαζοχισμό μαζίμέ μιαν Απάντηση. Αύτη ή Απάντηση γράφτηκε άπ’ τό Ζίγκ- φριντ Μπέρνφελντ κι Εμφανίστηκε στό Ιδιο τεύχος τοΰ περιοδικού μέ τίτλο β Ή Κομμουνιστική έξέταση της Ψυχανάλυσης». 7)μως ή Απάντηση αύτη δεν είχε καμιά σχέση μέ τό πρόβλημα τοΰ μαζοχισμού. ‘Αντίθετα, Ασχολήθηκε κι Απόρριψε μέ όξύτητα τις συνεισφορές τοΰ Βίλχελμ Ράιχ στη Μαρξιανή κοι­νωνιολογία. Μέ άλλα λόγια, Αφοΰ οί κλινικές Ανακαλύψεις τοΰ Βίλχελμ Ράιχ ήταν Ατράνταχτες, έγινε μιά Απόπειρα κλονισμού της θεωρίας του, Αποδίδοντας την σέ συναισθηματικής χροιάς πολιτικά κίνητρα. Λύτη ή Από­πειρα ύπήρξε σκέτο φιάσκο. ‘Αφήνουμε στόν Αναγνώστη ν’ Αποφασίσει άν αύτή ή θεωρία στηρίζεται πάνω σέ κλινικές έρευνες ή άν είχε σάν κίνητρο πολιτικοΐδεολογικά συμφέροντα. Είναι, δμως, Απαραίτητο νά τονίσουμε πώς ή σεξοοικονομική Αποσαφήνιση τοΰ προβλήματος τοΰ μαζοχισμού, δηλαδή, ή κλινική Ανασκευή της θεωρίας τοΰ ένστικτου τοΰ θανάτου, Αντιπροσωπεύει ίνα πολύ μεγάλο βήμα γιά τήν κατανόηση των νευρώσεων. Γιατί τώρα δεν ήταν πιά δυνατό ν’ Αποδώσουμε τά Ανθρώπινα βάσανα σέ μιά Αμετάβλητη 9βιολογική θέληση γιά όδύνη», δηλαδή, σ’ ίνα «ένστικτα τοΰ θανάτου», άλλά σέ θλιβερές έπιρροές της κοινωνίας πάνω στό βιοψυχικό μηχανισμό. Κι αΰτό άνοιξε τό δρόμο γιά μιά κριτική των κοινωνικών συνθηκών πού δημιουργούν τις νευρώσεις, ίνας δρόμος πού ήταν προηγούμενα φραγμένος άπ’ τήν ύπόθεση μιας βιολογικής θέλησης γιά όδύνη.

Ή σεξοοικονομική έπίλυση τοΰ προβλήματος τοΰ μαζοχισμού πρόσφερε έπίσης μιά προσέγγιση στη βιολογική βάση των νευρώσεων. Πραγματικά, ό φόβος τής «συγκινησιακής διάρρηξης», ίνας φόβος πού χαρακτηρίζει τό μαζρχισμό, όόήγησε (άρχικά σάν μιά εικασία κι Αργότερα σάν μιά βιώσιμη θεωρία) στήν κατανόηση τοΰ νευροφυτικού ζωΟ(οΰ μηχανισμού.[1]


[1] Ή είσαγοογή fan γραφτεί Απ* τόν Ιδιο τό Ράιχ, παρόλο πού δέν Εφερε τήν ύπσγραφή του. Δέν είναι σπάνιες ο( περιπτώσεις όπου τά γραφτά του δέν ίφεραν ύπογραφή ή πού χρησιμοποιούσε ψευδώνυμο.

Πως να γίνω πιο ελκυστική / ος

Πως να γίνω πιο ελκυστική / ος

Κατά σειρά σημασίας, θ’ άπαριθμούσαμε έτσι τά συστατικά αύτά:

-  ηρεμία,

-σιγουριά,

-βλέμμα,

-προφορική επιβολή (μέ τό λόγο)

-στάοη (αίσθηση τοΰ μέτρου, λεπτότητα, καλλιέργεια)

-επιμονή

-μαχητικότητα

Τό καθένα άπ’ τά συστατικά αυτά μπορεί και πρέπει νά γίνει αντικείμενο καλλιέργειας, γιά νά βελτιωθεί καί νά σταθεροποιηθεί, καί βασικά γιά νά τό ύποτάξουμε στήν θέλησή μας σύμφωνα μ’ ένα σκΛπό. Ή συστηματική χρήση τους, πού γι’ αύτή θά μιλήσουμε στά επόμενα Κεφάλαια αύτοϋ τού βιβλίου, θά μάς δώσει πολύ γρήγορα ενθαρρυντικά άποτελέσματα.

3. – Βασικές έπιπτώσεις άπ’ αύτήν τήν έπίδραση

Ή καλλιέργεια κι ή συστηματική χρήση των παραγόντων έπιρροής (έξωτερικής) έπιτρέπουν:

-νά δημιουργήσουμε αύθόρμητα καλή έντύπωση, χωρίς νά τό επιδιώκουμε κατά κανένα τρόπο μέ ταπεινά μέσα σάν αύτά πού συνήθως χρησιμοποιούν οί κόλακες, καί χωρίς ν’ άποζητοΰμε συγκατάνευση επαίνους, ή συμπάθεια άπό κανένα. Ή άπλή καί ξεκάθαρη παρουσία μιας προσωπικότητας προικισμένης υέ προσωπική επιρροή, άρκεΐ γιά νά προδιαθέσει τούς άνθρώπους εύνοϊκά άπέναντί της.

-ν’ άποκτήσουμε τή συνήθεια μιας τακτικής πού νά πείθει, καί πού νά βασίζεται πάνω στούς νόμους της υποβολής, μέ σκοπό νά πετύχουμε άμέσως, ή σέ βραχυπρόθεση διάρκεια, τήν άποδο- χή άπ’ δλους των πεποιθήσεων τών συναισθημάτων, τών άποφά- σεων, τών διαθέσεων, κι όλων αύτών πού έπιδιώκουμε νά έμπνεύσουμε στούς άλλους. -ν’ άσκήσουμε ένα συγκεκριμένοάτομικόκύρος, ολότελα ξεχωριστό άπ αύτό πού σοΰ έξαοφαλίζει μιά στολή, ένας τίτλος, εν’ άξίωμα, ή μιά άνώτερη καί σημαντική κοινωνική θέση. -νά παραμένουμε κάτω άπ’ όποιες περιστάσεις καί μπροστά στόν καθένα, άδιατάρακτοι άκόμη κι όταν ή εχθρότητα τών ανθρώπων ή ή αντιξοότητα τών περιστάσεων τείνουν ν’ αποδιορ­γανώσουν τήν άντίστασή μας.

- νά επιμένουμε στήν εκτέλεση τών αποφάσεων στις όποιες έχουμε καταλήξει υστερ’ άπό ώριμη σκέψη, παρόλα τά έμπόδια ή τις άντίθετες υποβολές πού μπορεί νά προκύψουν.

Όλ αύτά είναι κιόλας πολύ άξιόλογα.

Πλήθος μέθοδοι, πλήθος σεμινάρια έχουν δημιουργηθεί μέ σκοπό τήν έπίτευξη αύτών τών άποτελεσμάτων.

Και ένώ θά φροντίσετε νά βρείτε τη μέθοδο πού σας ταιριάζει, δέν πρέπει νά χάνετε άπ’ τή σκέψη σας τό γεγονός ότι ή έξωτερική ή όρατή έπιρροή παραμένει κάτι ξέχωρο άπό τόν καθαυτό προσωπικό μαγνητισμό, άπό τή βαθιά ψυχική ζωή καίτή φλόγα και τήν άρμονία της.

Πως να την κάνω να με ερωτευτεί;

Πως να την κάνω να με ερωτευτεί;

Μερικοί θεώρησαν σάν καθήκον τους νά εντοπίσουν τήν πηγή της άτομικής άκτινοβολίας στό βιολογικό τομέα. Μιά έντονη ζωτικότητα, ένας οργανισμός τέλεια συγκροτημένος, μιά πλατιά θωρακική ικανότητα, θρεπτικοί μεταβολισμοί πού λειτουργούν μέ άκρίβεια και άπόλυτο συντονισμό, μιά δραστήρια και κανονική κυκλοφορία αίματος, περικλείνουν σίγουρα έναν ισχυρό ζωικό μαγνητισμό. Κοντά στούς «γερούς» νιώθεις τονωμένος. Αναζη­τούμε τή συντροφιά τους, προπάντων άν κι έμεϊς οί ίδιοι μειονεκτούμε βιολογικά. Τούς πλησιάζουμε αύτούς τούς τύπους σάν μιά πηγή ζεστασιάς μέσα στό χειμώνα. Σ’ αΰτό έδραύει έκδηλα τό μυστικό όρισμένων μορφών έλξης………

Αλλά ύπάρχουν άτομα μέ εύθραυστη έμφάνιση πού ή έπιβολή τους πάνω σ άλλους μέ γερή δομή είναι σίγουρη. Ό φορέας μιάς τέτοιας έπιβολής έκπέμπει πιό άληθοφανή ψυχικά χαρακτηριστικά, άπ όσο μιά ζωτική ύπεραφθονία.

Αλλοι έπιμένουν στήν έξωτερίκευση, – και μ’ αύτό έννο- οϋν: τήν εξωτερική πλευρά, τή στατική ή κινητική, τήν κοψιά του προσώπου, τή σιγουριά και τήν έκφραση του βλέμματος, τόν τόνο της φωνής, τήν καθαρότητα της φωνητικής έκφρασης, τήν εύγλωττϊα και τήν τακτική τής διατύπωσης των σκέψεων, και τήν κυριαρχία τού έαυτού μας πού είναι κάτι άξεχώριστο της μόρφωσης… Αλλ’ ανάμεσα σέ πλάσματα, μήν προικισμένα άπ” τή Φύση, ύπάρχουν κι αύτοί πού καταδικάστηκαν σέ σοβαρές δυσμορφίες, κι άπό πάνω βλέπουν νά παραμελούνται άπ’ τούς άλλους, ν’ άπωθούν τούς άλλους. Κι όμως, νά πού άνάμεσά τους ύπάρχει ή προσωπικότητα πού μοιάζει νά μή στερείται ούτε γοητείας, ούτε πειστικών μέσων ούτε κύρους. Βλέπουμε άκόμη χοντροκομέ- νους άνθρώπους, βίαιους, άδιάφορους γιά τά πιό τυπικά κοινωνικά θέματα, νά επιβάλλονται, όχι μόνο άνάμεσα στις οίκογένειές τους και στούς γνωστούς τους, άλλά και σέ διαφορετικούς κοινωνικούς κύκλους. Θά πρέπει λοιπόν νά παραδεχθούμε πώς άν ή φυσική έμφάνιση, ή κοινωνικότητα κι ή ψυχολογική «φινέτσα» άποτελοϋν πολύτιμα στοιχεία προσωπικής έπιρροής, τά έξωτερικά χαρακτηριστικά πολλές φορές δέν παίζουν κανένα ρόλο, και τό άτομο μέ τή μεγάλη έπιρροή μπορεί νά “ναι δύσμορφο, χυδαίο στούς τρόπους, ή κοινωνικά προκλητικό. Αυτό σημαίνει ότι ή πηγή ή βασική, τού προσωπικού μαγνητισμού ξεκινά άπό τήν έσωτερική ζωή, άπό τήν ψυχική ζωή, μ’ άλλα λόγια άπό

μιά τολμηρή, συγκεκριμένη, όλο βρασμό και ζωντάνια σκέψη. £

6. – Ή ψυχική φλόγα βασικό στοιχείο τοϋ προσωπικού μαγνητισμού

Αύτή ή άντίληψη, πού διατυπώθηκε άπό τούς “Εμερσον, Μιούλφορντ, “Ατκινσον, και Έκτόρ Ντυρβίλ, θάέπαληθευτεΐάπ’ όλους τούς οπαδούς πού άρχισαν νά έφαρμόζουνστήν πράξη τις μεθόδους

 

αύτές. Εντατικοποιώντας τήν ψυχική ζωτικότητα, σημαίνει έντατικοποίηση και τού προσωπικού μαγνητισμού. Μέ τήν ψυχική ζωντάνια, έννοοϋμε βασικά τή φλόγα και τή μεγάλη έπιθυμία τού νά θέλουμε, τή φλόγα αύτή πού συνοδεύει τήν άπληστία και τις έντονες καταστάσεις, όχι άναγκαΐα συναισθηματικές ή υλικές, άλλά έξαπλωμένες στό συναισθηματικό, διανοητικό και πνευματικό τομέα.

14

 

Κάτω άπ τήν πιό δειλή καί συγκρατημένη εμφάνιση, ένα άτομο πού στερείται άπό κάθε φανερό στοιχείο έπιρροής μπορεί πολύ καλά νά βρεθεί ότι είναι προικισμένο μέ μιά σημαντική ψυχική ζωντάνια, ή νά τήν αποκτήσει συστηματικά. Ή άόρστη έπιρροή του, άνεξάρτητη άπό τό λόγο, τό βλέμμα, καί πιό γενικά άπό κάθε έξωτερικό σημάδι, άκτινοβολεΤ μέ δύναμη καί, τόσο σέ μακρινές όσο καί κοντινές άποστάσεις, έπικοινωνεϊ μ’ όλους αύτούς πού πάνω τους καθηλώνεται ή προσοχή της, οί σκέψεις, οί έμπνεύσεις, οί παρορμήσεις, σύμφωνα μέ τό τί περιμένει άπ’ αύτούς τούς άλλους. Επηρεάζει άκόμη κι όσους δέν ξέρει, άγνοεϊ τήν ϋπαρξή τους, όταν ή νοοτροπία τους, οί γνώσεις τους ή ή κατάστασή τους, τούς καθιστά τέτοιους ώστε νά βρίσκονται σέ σχέση μέ τόν πομπό καί νά ένεργοΰν σέ συμφωνία μαζί τους.

7. – Ό ρόλος των ήθικών χαρακτηριστικών

Μερικοί έπικεφαλής «σχολών» μαγνητισμού έχουν μεγάλη σημασία στή μαγνητική άνάπτυξη, στήν παρουσία άνώτερων ήθικών χαρακτηριστικών: έπιδεξιότητα, έντιμότητα, καλοσύνη, ιδεαλισμός, έξύψωση της ψυχής. Αύτά τά χαρακτηριστικά άποτε- λοϋν, σύμφωνα μέ τούς δημιουργούς αύτών τών θεωριών, τις βασικές πηγές ψυχικής έπιρροής. Κατά τή γνώμη μας, τά χαρακτηριστικά αύτά καθορίζουν άποκλειστικά τήν άρμονία κι όχι τήν ένταση, – τή δύναμη τής έπιρροής.

‘ Η παρατήρηση τής γύρω μας πραγματικότητας μάς προσφέρει τήν άπόδειξη γιά τήν άντίθεση τών δυό τύπων άτόμων. Μήπως δέ βλέπουμε συχνά, άνθρώπους άπογυμνωμένους άπό κάθε αίσθηση ήθικής, βίαιους, δίχως οίκτο, αυθαίρετους, νά έπιβάλλονται, νά ύποτάσσουν, νά πετυχαίνουν (‘) κι άπ’ τήν άλλη μεριά άνθρώπους μέ ντελικάτα συναισθήματα, μετρημένους άνθρώπινους καί δίκαιους, νά μένουν σέ δεύτερο «πλάνο», παρόλες τις ικανότητες καί τή δραστηριότητά τους;

Η Ιστορία, μέσα στις πιό πρόσφατες σελίδες της, δείχνει ότι ό πιό τυφλός δεσποτισμός, μιά άπόλυτη άπουσία φραγμών

(1) Τουλάχιστον γιά ενα διάστημα.

ηθικών, ή χρήση της πιό χειρότερης βίας, ή άδιάκοπη διαιώνιση της εγκληματικότητας (ατομικής και συλλογικής) συνυπήρξαν μαζί μέ τή γοητεία πού άσκοϋσαν δυό αρχηγοί κρατών, πού σχετικά μ αύτούς είδαμε άπ τή μιά μεριά τήν κατακόρυφη άνοδο (χάρη στήν ένταση τών ψυχισμών τους), ([1]) κι ϋστερ’ άπ’ τήν άλλη μεριά τήν άπότομη συντριβή πού περικλείνει άπαράγρα- πτα ό φανατισμός τοϋ κάθε αύτολάτρη, πού ξεχειλίζει άπό τέτοια περηφάνια ώστε νά πιστεύει ότι είναι ταυτόχρονα παντογνώστης και παντοδύναμος. Σκοτεινοί στό ξεκίνημά τους οί δυό αύτοί άνθρωποι κατάφεραν άρχικά νά συγκεντρώσουν γύρω τους ένα μικρό άριθμό άπό άποφασισμένους τυχοδιώκτες, ύστερα εκατοντάδες, χιλιάδες ενθουσιαστικούς οπαδούς πού παραληρούσαν στή θέα τους. Πολύ πριν σταθούν ικανοί νά χρησιμοποιήσουν και νάέκμεταλλευτοϋντή δύναμή τους, νά έπιβληθούν μέ τόν τρόμο, άκόμη περιορισμένοι στά προσωπικά μέσα έπιρροής, ή παρουσία τους, ή όμιλία τους, ό άκατανίκητος μαγνητισμός τους, υπότασσαν τά τεράστια άκροατήρια, όπου έκμηδενιζόταν κάθε πνεύμα άντίστασης άκόμη και τών πιό μανιασμένων άντιπάλων τους, πού, τότε διάθεταν οπαδούς άριθμητικά άνώτερους, έξοπλισμένους, πειθαρχημένους κι άσκημένους.

Αύτό τό παράδειγμα, πού τό τονίζουμε, γιατί ό κόσμος όλόκληρος τό ξέρει, άποδείχνει ότι ό προσωπικός μαγνητισμός δέν προέρχεται άποκλειστικά άπό άνώτερα ηθικά χαρίσματα.

Ανάμεσα στούς τρυφερούς, στούς άβλαβους, στούς άλ- τρουϊστές, στούς ιδεαλιστές, μόνο οί σταθεροί χαρακτήρες, αύτοί πού έπιδεικνύουν μιά φλογερή κι επίμονη θέληση έπηρεά- ζουν ισχυρά τούς όμοιούς τους καϊ τις περιστάσεις, τις ολότελα τυχαίες τοΰ πεπρωμένου τους.

Αλλά και πάλι σέ τελευταία άνάλυση άξίζει περισσότερο νά στερείσαι άπό ένταση, παρά άπό άρμονία, πού είναι τό προτέρημα τών εύγενικών χαρακτήρων, ο άντίθεση μέ τούς τερατώδικους

 

ψυχισμούς, ή άπλά σ’ άντίθεση μέ τούς άνήθικους. Τά ανώτερα συναισθήματα άκτινσβολοΰν ένα ποσοστό επιρροής πού, έστω κι άν δέν είναι σταθερή έχειτό πλεονέκτημαότιέπιφέρει εύεργετι- κά αποτελέσματα. Μέ τήν ξεκάθαρη έλξη της, μιά τέτοια έπιρροή θέτει έκεΐνον άπ’ όπου προέρχεται σέ σχέση μέ ειρηνικά πνεύματα, μέ καλοσυνάτους χαρακτήρες, ώς ένα βαθμό πάντα άξιόλογο και γενικά έποικοδομητικό. “Αν ό ένδιαφερόμενος κατέβαλε τήν άπαραίτητη προσπάθεια γιά ν’ αύξήσειτήν ψυχική του ζωτικότητα, γιά νά ζωηρέψει τις άξιοζήλευτες ήθικές τάσεις του, μέ τήν καλλιέργεια της ένεργητικότητάς του, μ’ άποφασι- στικότητα και σταθερότητα, τό σύνολο των στοιχείων τοΰ προσωπικού μαγνητισμού του θά τοΰ έξασφάλιζαν έξαιρετικές δυνάμεις.


[1] Ό ένας άπ αύτούς πέτυχε σάν δικαστικός μιά αξιοζήλευτη καρριέρα. Ό άλλος ξεχώρισε γιά τό διοικητικό του ταλέντο. ‘ Αλλά μήν έκμεταλλεύεστε ύπερβολικά τό ταλέντο σας, λέει ή σοφία τών λαών. Κάθε έργο πού αναλαμβάνουμε, δυσανάλογα μέ τόν πραγματικό βαθμό ικανότητας πού κατέχουμεφαταλήγει σέ άποτυχία.

Ο καθένας μας άσκεϊ μιά έπιρροή

Ο καθένας μας άσκεϊ μιά έπιρροή

Από πού προκύπτουν οί έκδηλώσεις μιας δυνατής καί ξεκάθαρης έπιρροής; Είναι δυνατό ό οποιοσδήποτε, άν όχι νά φτάσει στό οημεϊο νά εξομοιωθεί μέ τούς πιό (οχυρούς, τουλάχιστο ν άποκτήοει ώς ένα σημαντικό βαθμό τή λάμψη τους; Οί θεωρητικές καί πειραματικές έρευνες, πού έγιναν μέ οκοπό νά δοθούν άπαντήοεις ο αύτά τά δυό έρωτήματα, στό διάστημα τών πενήντα προηγούμενων χρόνων, ύπήρξαν άντικείμενο πολλα­πλών «θέσεων», πού στάθηκαν άφορμή νά δημιουργηθούν πολλές μέθοδοι πρακτικής έφαρμογής. “Αν άνοίξουμε τή «Βιβλιογραφία Ψυχικών Επιστημών», πού δημοσιεύθηκε άπ’ τόν Άλμ- πέρτ Καγιέ(1), στά 1911, θά βρούμε άπαριθμημένα σαράντα οχτώ έργα πού άσχολοϋνται μέ μεθόδους εφαρμογής στήν πράξη πού ή κάθε μιά τους ισχυρίζεται ότι ενισχύει τήν έπιρροή. Από τό 1911 ώς τις μέρες μας, νέα βιβλία έχουν προστεθεί αναφορικά μέ τό θέμα. Τά πιό πολλά έπαναλαμβάνουν τά προκάτοχά τους. Αλλα είναι συνονθυλεύματα, λίγο ώς πολύ έπίπλαστα.

Γύρω στά 1904, ή γαλλική έκδοση μιας μπροσούρας διαφημιστικής, πού κυκλοφόρησε άπό κάποιο Ινστιτούτο των Η.Π.Α, τράβηξε τήν προσοχή μου. Νά, μιά άπ’ τις πιό προκλητικές, θά λεγα παραγράφους αύτής της μπροσούρας, – τουλάχιστον έτσι μοΰ φάνηκε, μέ τό πρώτο διάβασμα. Και μέ τό πέρασμα τοΰ χρόνου έχω έκτιμήσει καλύτερα τήν πειστική άξια της. Γι’ αύτό άκριβώς τήν μεταφέρω έδώ:

«Πρός όφελος έκείνων πού ίσως είναι κατά κάποιον τρόπο έπιφυλακτικοί ώς πρός τή χρήση τοΰ μαγνητισμού (προσωπικού) θά θέλαμε νά θέσουμε τ’ άκόλουθα έρωτήματα:

  1. -  Ένα άτομο δέν έπηρεάζεται άπό εν’ άλλο;
  2. -               Ορισμένα πρόσωπα δέν έπηρεάζονται πιό πολύ άπό άλλα;
  1. -              Δέν έχετε ποτέ συναντήσει όρισμένα άτομα πού θά μπορούσατε νά έπηρεάσετε πιό εϋκολα άπό άλλα;

IV.- “Αν υπάρχει στ’ άλήθεια κάποιο άτομο πού έπηρεάζει εν άλλο μέ τά λόγια, τό βλέμμα, τις χειρονομίες, τή θέληση, δέ θά ταν τότε λογικό νά παραδεχθούμε ότι ένας άντρας ή μιά γυναίκα πού θά χουν μελετήσει βαθύτερα τούς καλύτερους τρόπους έπιρροής πάνω στόν άλλο, θά πρέπει νά γνωρίζουν περισσότερα πάνω στό θέμα αύτό, άπό κάποιον πού δέ μελέτησε ποτέ; Μ’ άλλα λόγια άν ύπάρχει κάτι τέτοιο πού λέγεται προσωπική έπιρροή, δέ θά πρέπει νά θεωρήσουμε σάν προϋπόθεση ότι ό άντρας ή ή γυναίκα πού τή χρησιμοποιούν σύμφωνα μ” ένα καθορισμένο σύστημα, θά πετύχουν πιό σίγουρα άποτελέσματα

(1) Ό Άλμπέρ Καγιέ, ιδρυτής τής « Ενιαίας Εταιρίας» είναι συγγραφέας πολλών αξιόλογων έργων. 1 Εκλαΐκευσε ιδιαίτερα τήν διανοητική θεραπεία.

απ’ αύτούς πού τή χρησιμοποιούν, άς πούμε, στήν τύχη;

Δέν μπορείτε ν άρνηθεϊτε ότι ορισμένα άτομα άσκοϋν μιά έπιρροή πάνω στούς άλλους. Δέν μπορείτε ν’ άρνηθεϊτε οϋτε και τά πλεονεκτήματα μιάς συστηματικής μεθόδου πάνωστή μέθοδο πού έχει σάν βάση τήν άδιαφορία.

Αύτέςοί λίγες άράδες μ’ έκαναν ν’ άποφασίσωνά μελετήσω τή μέθοδο του συγγραφέα, μέθοδο πολύ στοιχειώδικη βέβαια, άπλοποιητική, άλλά μ’ ένα ρεαλισμό πολύ άποτελεσματικό. “Από τότε, γνώρισα όλα τά κείμενα πού έχουν γραφτεί γύρω άπ τό θέμα, τόσο στά γαλλικά, όσο και στ’ άγγλικά. ‘ Η πολυμορφία των άπόψεων είναι κάτι πού θά μπορούσε νά σέ ζαλίσει. Ωστόσο, ή έμπειρία κι ό

 

διαλογισμός μοϋ έπέτρεψαν νά έπαληθεύσω ότι ή κάθε θεωρία, ότι ή κάθε μέθοδος ξεκινά άπό ένα μέ ρος άλήθειας. “Ετσι φρόντισα νά διακρίνω τις άναλογίες και τις συγκλίσεις τους, τις άλληλοσυμπληρώσεις τους, κι ύστερα νά συγκροτήσω μιά σύνθεση πού ή μελέτη της δέ θά παύε νά χει κάποιο ένδιαφέ- ρον.

Ή καταγωγή της έκφρασης «Προσωπικός Μαγνητισμός»

Ή καταγωγή της έκφρασης «Προσωπικός Μαγνητισμός»

‘ Η έννοια ένός ξεχωριστού χαρακτηριστικού διανοητικής έξυπνάδας καθώς και σωματικής ζωντάνιας ύποβάλλεται στήν παρατήρηση άπό τότε πού γεννήθηκε ή έπιστήμη. Ποιός δένέχει παρατηρήσει τήν έξαιρετική έλξη, τό έξαιρετικό κύρος, τήν  εξαιρετική συμπάθεια, πού εμπνέουν ορισμένοι συμμαθητές κι όρισμένοι καθηγητές, εκτός άπό τά πιό ξεκαθαρισμένα προσόντα και προτερήματά τους; Στην ένήλικη ζωή, κατά τή διάρκεια της επαγγελματικής μας σταδιοδρομίας, στήν κοινωνική και στήν ιδιωτική ζωή, οί έκδηλώσεις αύτοϋ τοϋ προτερήματος μπορούν νά “ναι τόοο άνάγλυφες ώστε νά τραβούν τήν προσοχή όλων. “Ετσι είναι πού παρατηρώντας άτομα έξαιρετικά προικισμένα μ’ έλξη, μέ κύρος και, έκτός άπ’ όλα τ’ άλλα, συμπαθητικά άτομα σ’ ένα ύπέρτατο βαθμό, κάποιος ειδικός σκέφτηκε παλιότερα νά υιοθετήσει τήν έκφραση «Προσωπικός Μαγνητισμός». Βέβαια ή έκφραση αύτή δέ μοιάζει και πολύ πετυχημένη. Ό άνθρωπος πού τήν επινόησε ήταν καθώς είπαμε ειδικός στά ψυχικά θέματα κι έλάχιστα ενδιαφερόταν για τή φιλολογία.’ Ο όρος όμως καθιερωμένος παραδοσιακά, άπό τή χρήση του, υπάρχει έδώ και πάνω άπό έναν αιώνα τώρα. Ή γένεσή του έξηγεΐται, άπό τότε πού άναλογικά ό Μεσμέρ (1734-1815) καθιέρωσε έπιστημονικά τά φαινόμενα τοϋ φυσικού μαγνητισμού, και τοϋ ζωικού μαγνητισμού, θεωρώντας τα σάν θεραπευτικό παράγοντα, ό όρος «προσωπικός μαγνητισμός» βρήκε τήν έφαρμογή του στήν έπι- στήμη. Οί ιδιότητες τοϋ πετρώματος τοϋ μαγνήτη, γνωστές στήν Ανατολή έδώ κι αιώνες, έπανακαλύφθηκαν άπ’ τούς “Ελληνες, στή σύγχρονη

έποχή στήν πόλη της Μικρός Ασίας, Μαγνησία. “Ετσι έπινοήθηκε και καθιερώθηκε ή λέξη «μαγνητισμός». Από τό 16ο Αιώνα, ό μαγνήτης έφαρμόστηκε μ’ έπιτυχία στή θεραπεία των άσθενειών και ή άποδοχή άπό τούς φυσικούς της λέξης «μαγνητισμός» βρήκε μιά νέα έπέκταση σέ μιά νέα σειρά φαινομένων. Αργότερα, μέ τούς μαθητές και συνεχιστές τοϋ έργου τοϋ Μεσμέρ, ό μαγνητισμός διαδόθηκε: ή γενική άλληλε- πίδραση όλων τών έμψυχων σωμάτων, είναι μιά άντίληψη σύμφωνα μέ τήν όποια αύτά τά τελευταία έπιδροϋν τό ένα πάνω στ’ άλλο σύμφωνα μέ νόμους πού, λίγο ως πολύ μοιάζουν μ αύτούς πού ισχύουν γιά τό μαγνητισμό τών μετάλλων. Από τόν ορυκτό μαγνητισμό – αύτόν τών φυσικών – περάσαμε έτσι στό ζωικό μαγνητισμό, ή στή βιολογική άκτινοβολία, πού ή προβολή της έπέτρεπε στό γεροδεμένο κι ύγιή πειραματιστή, νά πραγματο­ποιήσει, πάνω σ’ έναν πού βρίσκεται σέ μιά κατάσταση σωματικής εξαθλίωσης, μιά αληθινή ζωική μετάγγιση.

Καταλαβαίνουμε λοιπόν πώς, στή συνέχεια, ό όρος αυτός πού γιά πρώτη φορά επινοήθηκε άπό τούς πρώτους ερευνητές σάν χαρακτηριστική έκφραση της επιρροής, δχι πιά φυσικής ή φυσιολογικής, άλλά ψυχολογικής ή ψυχικής, πράγμα πού αποτελεί και τό αντικείμενο μελέτης αύτοϋ τοϋ βιβλίου.

O γέρος και η θάλασσα

O γέρος και η θάλασσα

Ητανε γέρος και ψάρευε μονάχος του μέσα σ’ ένα βαρκάκι στο Γκολφ Στρημ. Πάνε τώρα ογδόντα τέσσε­ρις μέρες χωρίς να πιάσει ένα ψάρι. Τις πρώτες σαράντα είχε ένα αγόρι μαζί του. Μα ύστερα από σαράντα μέρες χωρίς ούτε ένα ψάρι, οι γονιοί είπανε του παιδιού πως ο γέρος ήτανε πια πέρα για πέρα σαλάο, που πάει να πει πως δεν μπορούσε να γίνει πιο άτυχος. Και κείνο, υπά­κουο στις εντολές τους, πήγε σ’ άλλη βάρκα, που την πρώτη κιόλας βδομάδα έπιασε τρία καλά ψάρια. Ο μι­κρός λυπότανε το γέρο, σαν τον έβλεπε να έρχεται κάθε μέρα με άδειο το βαρκάκι του, και πάντα κατέβαινε να τον βοηθήσει, κουβαλώντας πότε τις πετονιές ή το κα­μάκι και το γάντζο, και πότε το πανί που ήτανε μαζεμένο στο κατάρτι. Το πανί μπαλωμένο με αλευροσάκια, κι έτσι τυλιγμένο, έμοιαζε με σημαία που ποτέ δεν απλώ­θηκε ακόμα νικήτρα.

Ο γέρος ήταν λιγνός και ξερακιανός, με το σβέρκο βαθιά αυλακωμένο. Τα μούτρα του ήτανε γιομάτα ηλιο- κάματα από την αντηλιά της τροπικής θάλασσας. Οι παλάμες του είχανε βαθιά χαρακωθεί από τα σκοινιά, καθώς πάλευε με τα μεγάλα ψάρια. Όμως καμιά απ’ αυτές τις χαρακιές δεν ήτανε φρεσκοχαραγμένη. Ήταν τόσο παλιές, που μοιάζανε με χάραυλα1 μιας ξεραμένης θάλασσας άψαρης.

Όλα σ’ αυτόν ήτανε γερασμένα, έξω από τα μάτια

‘ Οι μικρές χαραδρώσεις (μικρά αυλάκια) ανάμεσα στους βράχους τους αποκάτω από την επιφάνεια της θάλασσας. (Σ.τ.Μ.) του, που είχανε της θάλασσας το χρώμα κι ήτανε σπιν­θηροβόλα κι αδάμαστα.

—Σαντιάγκο, του είπε το παιδί, όπως ανεβαίνανε την πλαγιά από κει που είχανε τραβήξει το βαρκάκι. Θα μπορούσα να ‘ρθω ξανά μαζί σου. Έχουμε κάνει κάτι λεφτουδάκια.

Ο γέρος είχε μάθει στο αγόρι το ψάρεμα, γι’ αυτό κι εκείνο τον αγαπούσε.

—”Οχι, είπε ο γέρος. Είσαι σε τυχερή βάρκα. Μείνε λοιπόν μαζί τους.

—Για θυμήσου όμως, τότε που πήγαν ογδόντα εφτά μέρες χωρίς ψάρι, και ύστερα πιάναμε όλο μεγάλα κάθε μέρα, τρεις βδομάδες συνέχεια.

—Θυμάμαι, είπε ο γέρος. Ξέρω ότι δεν έφυγες επειδή δε μου ‘χες εμπιστοσύνη.

—Ο πατέρας μ’ ανάγκασε να φύγω. Είμαι μικρός και πρέπει να τον ακούω.

—Το ξέρω, είπε ο γέρος. Είναι πολύ φυσικό.

—Εκείνος δεν έχει πίστη.

—”Οχι είπε ο γέρος. Εμείς όμως έχουμε. Έτσι δεν είναι;

—Ναι, είπε το αγόρι. Να σε κεράσω μια μπίρα στην Ταράτσα, κι ύστερα πηγαίνουμε τα σύνεργα στο σπίτι.

—Γιατί όχι; είπε ο γέρος. Εμείς οι ψαράδες μεταξύ μας…

Καθίσανε στην Ταράτσα και πολλοί ψαράδες πειρά- ζανε το γέρο. Εκείνος όμως δε θύμωνε. Άλλοι, οι γερο­ντότεροι ψαράδες τον βλέπανε με συμπόνια. Δεν το δεί- χναν όμως, και μιλούσανε καλοσυνάτα για τα ρέματα και το βάθος που είχανε ρίξει τις πετονιές τους, για τις μπουνάτσες που μέρες τώρα τραβάγανε, και για όσα εί­χανε δει τα μάτια τους.

Οι ψαράδες, που σταθήκανε τυχεροί σήμερα, είχανε κιόλας γυρίσει. Είχαν ανοίξει στη μέση τα ψάρια τους, τα είχαν απλώσει πάνω σε δυο τάβλες και τα κουβαλά- γανε παραπατώντας τέσσερις άντρες, από ένας σε κάθε άκρη, να τα πάνε στο ψαρομάγαζο, κι εκεί θα περιμέ­νανε το καμιόνι με το ψυγείο για να τα κουβαλήσει στην αγορά της Αβάνας. Εκείνοι που είχανε πιάσει καρχα­ρίες, τους πήγανε στο ειδικό εργοστάσιο στην άλλη μεριά του λιμανιού, κι εκεί τους σηκώνανε ψηλά, με τροχαλίες και μακαράδες, κι ύστερα τους βγάζανε τα συκώτια, τους κόβανε τα φτερά, ξύνανε τα λέπια τους, και το κρέας τους το κόβανε σε λουρίδες για πάστωμα.

Όταν φύσαγε λεβάντης[1] αγέρας, μια μυρουδιά ερχό­τανε στο λιμάνι από το εργοστάσιο που επεξεργαζότανε τους καρχαρίες. Σήμερα όμως μονάχα μια αδύνατη μυ­ρουδιά έφτανε, γιατί ο αγέρας γύρισε πάλι στο βοριά, για να κόψει ολότελα, ύστερα. Η Ταράτσα τότε γίνηκε ολόχαρη, λουσμένη στον ήλιο.

—Σαντιάγκο, είπε το παιδί.

—Ναι, απάντησε ο γέρος. Κρατούσε το ποτήρι του, κι ο νους του έτρεχε πολλά χρόνια πίσω.

—Να πάω να σου φέρω σαρδέλες για αύριο;

—Όχι, πήγαινε να παίξεις μπάλα. Εγώ το μπορώ α­κόμα το κουπί, κι ο Ροτζέλιο θα ρίξει το δίχτυ.

—Θέλω να πάω. Σαν δεν μπορώ να ψαρέψω μαζί σου, θέλω τουλάχιστον να σε βοηθάω κάπως.

—Με κέρασες μπίρα, είπε ο γέρος. Άντρεψες κιόλας.

—Πόσο μικρός ήμουνα όταν με πήρες για πρώτη φο­ρά στη βάρκα;

—Πέντε χρονών, και πάρα λίγο να πεθάνεις, όταν έφερα το ψάρι μέσα, ήσουνα βλέπεις πρωτόβγαλτος, και κείνο κόντεψε να κάνει κομμάτια τη βάρκα. Θυμάσαι;

—Θυμάμαι την ουρά του, να μπατσίζει και να δέρνει τη βάρκα, τον πάγκο, που καθόσουνα και τράβαγες κου­πί, να σπάζει, και το σαματά που έκανες καθώς το χτύ­παγες. Θυμάμαι που με πέταξες μπροστά στην πλώρη μαζί με τις βρεγμένες πετονιές, κι ολόκληρη η βάρκα τρανταζότανε, και καθώς χτύπαγες το ψάρι, θαρρούσα πως λιάνιζες κάνα δέντρο. Θυμάμαι ακόμα τη γλυκιά μυρουδιά από το αίμα που με πιτσίλισε ολόκληρο.

—Τα θυμάσαι αλήθεια αυτά, ή μη και σου τα είπα γω;

—Τα θυμάμαι όλα, από τότε που πρωτόρθα μαζί σου.

Ο γέρος κοίταξε τ’ αγόρι, με τα ηλιοκαμένα, και γιο­μάτα εμπιστοσύνη κι αγάπη μάτια του.

—Αν ήσουνα δικός μου, θα σ’ έπαιρνα μαζί μου και θα το έπαιζα κορώνα γράμματα, είπε. Όμως, είσαι του πατέρα σου και της μάνας σου, και δουλεύεις σε μια τυχερή βάρκα.

—Να φέρω τις σαρδέλες; Ξέρω πού μπορώ να βρω και τέσσερα δολώματα.

—Έχω τα δικά μου, που μου περισσέψανε σήμερα. Τ’ αλάτισα μέσα στον τενεκέ.

—Άσε με να σου φέρω τέσσερα φρέσκα.

—Ένα, είπε ο γέρος. Η ελπίδα και η σιγουριά στον εαυτό του δεν του είχανε λείψει ποτέ. Τώρα όμως ήτανε φρεσκαρισμένα, σάμπως τα φύσηξε αγέρι δροσάτο.

—Δυο, είπε τ’ αγόρι.

—Δυο, συμφώνησε κι ο γέρος. Δεν τα ‘κλεψες, ε;

—Αν χρειαζότανε! είπε το παιδί. Όμως, αυτά τ’ αγό­ρασα.

—Σ’ ευχαριστώ, είπε ο γέρος. Ήτανε πολύ αγαθός για ν’ απορήσει πότε είχε αποκτήσει τόση ταπεινοφρο­σύνη. Ήξερε όμως ότι την είχε αποκτήσει, κι ήξερε ακόμα πως αυτό δεν ήτανε δυσάρεστο, και πως δεν έχα­νε τίποτε από την αληθινή περηφάνια του.

—Αύριο θα είναι καλή η μέρα, με τέτοιο ρέμα, είπε.

—Πού θα πας; ρώτησε τ’ αγόρι.

—Μακριά, για να γυρίσω σαν αλλάξει ο αέρας. Θέλω να είμαι στ’ ανοιχτά προτού να φέξει.

—Θα κοιτάξω να τον φέρω κι εκείνον στ’ ανοιχτά, είπε το παιδί. Κι αν γαντζώσεις κανένα μεγάλο, θα μπο­ρέσουμε να ‘ρθούμε να σε βοηθήσουμε.

—Εκεινού δεν του αρέσει να ψαρεύει τόσο ανοιχτά.

—Έτσι είναι, είπε το παιδί. Αλλά εγώ θα κάνω πως βλέπω κάτι που κείνος δεν μπορεί να δει, δηλαδή, κάνα πουλί που βουτάει στο νερό… Και θα τον κάνω να τρέξει πίσω από κάνα δελφίνι…

—Είναι τόσο αδύνατα, λοιπόν, τα μάτια του;

—Σχεδόν τυφλός.

—Παράξενο, μουρμούρισε ο γέρος. Ποτέ δεν ψάρεψε χελώνες. Κι αυτό είναι που σκοτώνει τα μάτια.

—Μα εσύ χρόνια πήγαινες στο ψάρεμα της χελώνας, ανοιχτά από το περιγιάλι των Κουνουπιών, κι όμως τα μάτια σου είναι μια χαρά.

—Είμαι ένας παράξενος γέρος εγώ.

—Μα είσαι τώρα τόσο δυνατός, για να πιάσεις ένα αληθινά μεγάλο ψάρι;

—Θαρρώ πως είμαι. Και μην ξεχνάς πως υπάρχουνε και πολλά κόλπα.

—Καλά, ας πάμε τα σύνεργα στο σπίτι, είπε το αγόρι. Να πάρω κι εγώ το δίχτυ και να πάω για τις σαρδέλες.

Μαζέψανε τα τσουμπλέκια από τη βάρκα. Ο γέρος κουβαλούσε στον ώμο του το κατάρτι, και το παιδί την κάσα με τις μπερδεμένες καφετιές πετονιές, το καμάκι και το γάντζο με το κοντάρι του. Το κουτί με τα δολώ­ματα ήτανε κάτω από την πρύμη της βάρκας, σιμά στο ξύλο που έδενε τα μεγάλα ψάρια, σαν τα έφερνε σιμά στη βάρκα. Κανένας δε θα ‘κλεβε το γέρο, αλλά θαρ­ρούσε πως ήτανε καλύτερα να πάρει στο σπίτι το πανί και τις βαριές πετονιές, γιατί θα τα ‘τρώγε η θαλασσινή υγρασία και μόλο που ήτανε απόλυτα σίγουρος πως κα­νένας ντόπιος δε θα τον έκλεβε, ο γέρος σκεφτόταν ότι ένα καμάκι κι ένας γάντζος αφημένα σε μια βάρκα, ή­τανε παραπανίσιοι πειρασμοί.

Ανηφορίσανε μαζί, για το κονάκι του γέρου, και μπή­κανε μέσα από την ανοιχτή πόρτα. Ο γέρος ακούμπησε στον τοίχο το κατάρτι με το τυλιγμένο πανί, και στο πλάι, απόθεσε και το παιδί το κουτί και τα άλλα τσου- μπλέκια.

Το κατάρτι ήταν μακρύ, σχεδόν όσο και η μοναδι­κή κάμαρα της καλύβας του. Η καλύβα ήτανε φτιαγμέ­νη από τις σκληρές φλούδες της βασιλικής φοινικιάς, που τις λένε γκουάνο, και μέσα υπήρχαν ένα κρεβάτι, ένα τραπέζι, μια καρέκλα. Και μια μεριά πάνω στο ακά­θαρτο πάτωμα, που την είχε για να μαγειρεύει με κάρ­βουνα. Στους σκούρους τοίχους, που τα ισιωμένα, τρα­χιά και γιομάτα ίνες φύλλα της γκουάνο ξεπετιό- ντουσαν, είχε κρεμάσει μια χρωματιστή εικόνα του Χρι­στού κι άλλη μια της Παρθένου του Κόμπρε. Του εί­χαν απομείνει κληρονομιά από τη γυναίκα του. Κάπο­τε είχε κρεμασμένη και μια δική της χρωματιστή φω­τογραφία, μα την ξεκρέμασε γιατί ένιωθε πολύ μονα­ξιά σαν την κοιτούσε, τώρα την είχε ακουμπήσει πάνω στο ράφι, στη γωνιά, κάτω από το καθαρό του πουκά­μισο.

—Τι έχεις να φας; τον ρώτηξε το παιδί.

—Έχω μια γαβάθα ρύζι με ψάρι. Θέλεις κι εσύ;

—Όχι, θα φάω στο σπίτι. Θέλεις να σου ανάψω τη φωτιά;

—Όχι, θα την ανάψω εγώ, υστερότερα. Μπορεί και να φάω κρύο το ρύζι.

—Να πάρω το δίχτυ;

—Ρωτάς;

Δεν υπήρχε κανένα δίχτυ, και το παιδί θυμότανε καλά πως το είχε πουλήσει. Μα κάθε μέρα ξανάλεγαν αυτό το παραμύθι. Δεν υπήρχε γαβάθα με ρύζι και ψάρι, κι αυτό το ‘ξερε το παιδί.

—Το ογδόντα πέντε είναι αριθμός γούρικος, είπε ο γέρος. Τι θα ‘λεγες αν μ’ έβλεπες να κουβαλάω κανένα ψάρι χίλιες λίτρες βαρύ;

—Θα πάρω το δίχτυ, και θα πάω για σαρδέλες. Θα καθίσεις εσύ στο κατώφλι να λιαστείς;

—Ναι. Έχω τη χτεσινή εφημερίδα και θα διαβάσω το ματς.

Το παιδί δεν ήξερε, αν και η χτεσινή εφημερίδα ήταν παραμύθι. Μα ο γέρος την ξετρύπωσε αποκάτω απ’ το κρεβάτι του.

—Μου την έδωσε ο Πετρίκο, στην μποντέγκα, εξήγη­σε.

—Θα γυρίσω πάλι όταν θα ‘χω τις σαρδέλες. Θα τις φυλάξω μαζί με τις δικές σου στον πάγο, κι αύριο το πρωί θα τις μοιράσουμε. Σαν γυρίσω, θέλω να μου πεις για το ματς.

—Δε γίνεται να χάσουν οι Γιάνγκηδες.

—Εγώ όμως φοβάμαι τους Ιντιάνους του Κλήβελαντ.

—Έχε σιγουριά στους Γιάνγκηδες, παιδί μου. Σκέ­ψου το μεγάλο Ντι Μάντζιο.

—Εγώ φοβάμαι και τους τίγρεις του Ντητρόιτ, και τους Ιντιάνους του Κλήβελαντ.

—Πρόσεξε γιατί σιγά-σιγά θα φοβηθείς ακόμα και τους κόκκινους του Κινκινάτι και τους Άσπρους του Σικάγου.

—Διάβασέ τα καλά, και πέστα μου μόλις γυρίσω.

—Τι λες; Παίρνουμε ένα λαχείο που να τελειώνει σε ογδόντα πέντε; Αύριο έχω ογδόντα πέντε μέρες χωρίς ψάρι.

—Παίρνουμε, είπε τ’ αγόρι. Αλλά σάμπως και το ο­γδόντα εφτά δεν ήτανε τυχερό;

—Αυτά δε γίνονται δυο φορές. Τι λες, μπορείς να βρεις ένα λαχείο να τελειώνει σε ογδόντα πέντε;

—Θα παραγγείλω ένα.

—Το τέταρτο. Δηλαδή αυτό που κοστίζει δυόμισι δο­λάρια. Από ποιον, όμως, να τα δανειστούμε;

—Εύκολο πράμα. Εγώ μπορώ να δανειστώ δυόμισι δολάρια όποια ώρα θέλω.

—Κι εγώ μπορώ, νομίζω. Κοιτάζω, όμως, να μη δα­νείζομαι. Γιατί, ξέρεις; Πρώτα δανείζεσαι. Ύστερα ζη­τιανεύεις.

—Φυλάξου μην κρυώσεις, γέρο, είπε το αγόρι. Μην ξεχνάς πως είμαστε στο Σεπτέμβρη.

—Ο μήνας που περνάνε μεγάλα ψάρια, είπε ο γέρος. Ο καθένας μπορεί να είναι ψαράς το Μάη μήνα.

—Πάω τώρα για τις σαρδέλες, είπε το παιδί.

Όταν γύρισε το παιδί, ο γέρος κοιμότανε στην καρέ­κλα, κι ο ήλιος είχε φύγει γι’ άλλα λημέρια. Το αγόρι, πήρε την παλιά στρατιωτική κουβέρτα απ’ το κρεβάτι, και την έριξε στην πλάτη της καρέκλας, πάνω στους ώμους του γέρου. “Ητανε κάτι παράξενοι ώμοι, γεροδε­μένοι, κι ας βαραίναν από τα χρόνια, κι ο σβέρκος του ήταν ακόμα γερός, κι οι αυλακιές δε φαίνονταν τόσο πολύ, όπως κοιμότανε με το κεφάλι γερμένο μπροστά.

Το πουκάμισο του ήτανε χιλιομπαλωμένο, κι έμοιαζε με το πανί της βάρκας του. Τα μπαλώματα ήτανε ξεθω­ριασμένα από τον ήλιο. Το κεφάλι του γέρου φαινότανε πολύ γερασμένο, κι όπως είχε κλειστά τα μάτια του, έλεγες πως χάθηκε η ζωή απ’ τη μορφή του. Η εφημε­ρίδα ήταν απλωμένη πάνω στα γόνατά του, και το βάρος του χεριού του την κρατούσε από το βραδινό αγέρι. Ήτανε ξυπόλυτος.

Εκεί τον άφησε το αγόρι, κι όταν γύρισε, ο γέρος κοιμόταν ακόμα.

—Ξύπνα γέρο, είπε το παιδί, και τον σκούντηξε στο γόνατο.

Ο γέρος άνοιξε τα μάτια του, και για μια στιγμή φά­νηκε σαν να γύρναγε από πολύ μακριά. Ύστερα, χαμο­γέλασε.

—Τι έφερες; ρώτησε.

—Φαΐ, είπε τ’ αγόρι. Θα φάμε.

—Δεν πεινάω και πολύ.

—Έλα να φας. Δεν μπορείς να ψαρεύεις νηστικός.

—Έχω ξαναψαρέψει νηστικός, είπε, και σηκώθηκε, διπλώνοντας την εφημερίδα. Ύστερα βάλθηκε να δι­πλώσει την κουβέρτα.

—Άσε την κουβέρτα αποπάνω σου, είπε το αγόρι.

Όσο ζω εγώ, δε θα σ’ αφήσω να ψαρεύεις νηστικός.

—Τότε να ζήσεις πολλά χρόνια, και να προσέχεις τον εαυτό σου. Τι θα φάμε;

—Φασόλια μαυρομάτικα με ρύζι, τηγανητές μπανά­νες, και λίγο στιφάδο.

Το παιδί τα είχε κουβαλήσει μέσα σε μια καστάνια[2]από την Ταράτσα. Τα μαχαιροπίρουνα τα είχε στις τσέ­πες του, τυλιγμένα σε χαρτοπετσέτες.

—Ποιος σου τα ‘δωσε αυτά;

—Ο Μάρτιν, τ’ αφεντικό.

—Πρέπει να τον ευχαριστήσω.

—Τον ευχαρίστησα κιόλας εγώ, είπε το αγόρι. Δε χρειάζεται να τον ευχαριστήσεις κι εσύ.

—Θα του δώσω το φιλέτο από ένα μεγάλο ψάρι, είπε ο γέρος. Το ‘χει ξανακάνει αυτό για μας;

—Θαρρώ, ναι.

—Πρέπει να του δώσω λοιπόν κάτι παραπάνω από το φιλέτο. Πολύ μας σκέφτεται.

—Μας έστειλε και δυο μπίρες.

—Προτιμάω καλύτερα την μπίρα όταν είναι κονσέρ­βα.

—Ξέρω. Αυτή όμως είναι σε μπουκάλια, είναι μπίρα Χέτουι, και θα πάω πίσω τα μπουκάλια.

—Μπράβο, παιδί μου, είπε ο γέρος. Τι λες, τρώμε τώρα;

—Αυτό σου έλεγα κι εγώ τόση ώρα, είπε το αγόρι ευγενικά. Δεν ήθελα ν’ ανοίξω την καστάνια προτού να ετοιμαστείς.

—Είμ’ έτοιμος τώρα. Μονάχα, ήθελα να πλυθώ λίγο.

Πού να πλυθεί; σκέφτηκε το παιδί. Η κοινοτική βρύ­ση ήτανε τρεις δρόμους παρακάτω. Πρέπει να του έχω εδώ νερό, ξανασκέφτηκε το παιδί, και σαπούνι, και κα­θαρό προσόψι. Γιατί είμαι τόσο απερίσκεφτος; Πρέπει να του φέρω ένα άλλο πουκάμισο, και ένα σακάκι για το χειμώνα, τίποτα παπούτσια, και καμιά κουβέρτα ακόμα.

—Σπουδαίο το στιφάδο σου, είπε ο γέρος.

—Πες μου για το ματς, του ζήτησε το παιδί.

—Οι Γιάνγκηδες έρχονται πρώτοι, όπως σου είπα, έκανε χαρούμενα ο γέρος.

—Όμως, χάσανε σήμερα, είπε τ’ αγόρι.

—Αυτό δε λέει τίποτα. Ο μεγάλος Ντι Μάντζιο ξανα- βρήκε τη φόρμα του.

—Έχουνε κι άλλους καλούς στην ομάδα;

—Και βέβαια έχουν. Αλλά εκείνος είναι που σηκώνει την ομάδα του. Στην άλλη κατηγορία, ανάμεσα στο Μπρούκλιν και στη Φιλαδέλφεια, προτιμάω το Μπρού- κλιν. Και σκέφτομαι κείνον τον Ντικ Σάισλερ, με τις ωραίες κατεβασιές στο παλιό γήπεδο.

—Δεν υπάρχει άλλος πάνω απ’ αυτόν. Εγώ δεν έχω ιδεί άλλον να στέλνει τόσο μακριά την μπάλα.

—Θυμάσαι όταν συνήθιζε να ‘ρχεται στην Ταράτσα; ‘ Ηθελα να τόνε πάρω μαζί μου στο ψάρεμα, μα δείλιαζα να του το πω. Ύστερα είπα εσένα να του το πεις, μα και συ δείλιαζες.

—Το ξέρω. Ήταν μεγάλο λάθος μας. Μπορεί να ερ­χότανε. Και θα το ‘χαμε να το λέμε σε όλη τη ζωή μας.

—Θα ‘θελα να πάρω στο ψάρεμα και το μεγάλο Ντι Μάντζιο, είπε ο γέρος. Λένε πως ο πατέρας του ήτανε ψαράς. Μπορεί κι αυτός να ήτανε φτωχός σαν κι εμάς, και να μας καταλαβαίνει.

—Ο πατέρας του μεγάλου Σάισλερ δεν ήτανε ποτέ φτωχός, κι έπαιζε μάλιστα σε μεγάλες ομάδες όταν ή­τανε στην ηλικία μου.

—Όταν ήμουνα γω στην ηλικία σου, πήγαινα μ’ ένα καράβι με γάπιες τα πανιά, στην Αφρική, και σκαρφά­λωνα πάνω στο κατάρτι, κι ένα βράδυ είδα λιοντάρια στις ακρογιαλιές.

—Ξέρω. Μου τα ‘χεις πει.

—Θέλεις να κουβεντιάσουμε για την Αφρική ή για την μπάλα;

—Για την μπάλα, καλύτερα, είπε τ’ αγόρι. Πες μου για το μεγάλο Τζων Τζ. Μακ Γκράου.

—Ερχότανε κι αυτός στην Ταράτσα, από καμιά φορά, τα παλιότερα χρόνια. Ήταν όμως αγροίκος, έβριζε κι έκανε το ζόρικο όταν μεθούσε. Το μυαλό του ήταν στ’ άλογα και στην μπάλα. Κουβαλούσε όλη την ώρα κα­ταλόγους από άλογα στις τσέπες του, και συχνά έλεγε τα ονόματα των αλόγων στο τηλέφωνο.

—Ήξερε όμως να οργανώνει μεγάλα ματς, είπε τ’ αγόρι. Ο πατέρας μου πιστεύει πως ήταν ο μεγαλύτερος στη δουλειά του.

—Ναι, επειδή ερχόταν εδώ πολλές φορές, είπε ο γέ­ρος. Αν κι ο Ντιουρότσερ εξακολουθούσε να ‘ρχεται εδώ κάθε χρόνο, ο πατέρας σου θαρρούσε κείνον για μεγαλύτερο.

—Ποιος οργανώνει μεγαλύτερα ματς, αλήθεια, ο Λιουκ ή ο Μάικ Γκονζάλεζ;

—Θαρρώ πως κι οι δυο το ίδιο είναι.

—Κι ο μεγαλύτερος ψαράς είσαι συ, ε;

—Όχι. Ξέρω άλλους πιο καλούς.

—Que va, είπε τ’ αγόρι. Υπάρχουνε πολλοί ψαράδες και κάμποσοι μεγάλοι μάλιστα. Εσένα όμως δε σε φτά­νει κανένας.

—Φχαριστώ. Με κάνεις να χαίρομαι. Ελπίζω να μη βρω κανένα ψάρι τόσο μεγάλο, που να μας βγάλει ψεύ­τες.

—Άμα είσαι τόσο δυνατός, όσο λες, δεν υπάρχει τέ­τοιο ψάρι.

—Μπορεί να μην είμαι τόσο γέρος, όσο θαρρώ. Ξέρω όμως τα κόλπα της δουλειάς και κάνω και κουτουράδες.

—Θα πρέπει να πέσεις τώρα, για να ‘σαι φρέσκος το πρωί. Εγώ θα πάω τα πράγματα στην Ταράτσα.

—Καληνύχτα λοιπόν. Θα σε ξυπνήσω το πρωί.

—Συ είσαι το ξυπνητήρι μου, είπε τ’ αγόρι.

—Καν τα χρόνια το δικό μου ξυπνητήρι, είπε ο γέρος. Γιατί τάχα οι γέροι να ξυπνάνε τόσο πρωί; Μή­πως γιατί τους έμεινε λίγη ζωή, και πρέπει να χαρούνε τη μέρα;

—Δεν ξέρω, είπε το παιδί. Αυτό που ξέρω είναι ότι τα παιδιά κοιμούνται μέχρι αργά το πρωί, και με το στανιό ξυπνάνε.

—Το θυμάμαι αυτό, είπε ο γέρος. Θα σε ξυπνήσω στην ώρα σου.

—Δε μ’ αρέσει να με ξυπνάει τ’ αφεντικό. Μου φαί­νεται σαν να ‘μαι ένα τίποτα.

—Ξέρω.

—Καλόν ύπνο, γέρο.


[1] Ο ανατολικός άνεμος. (Σ.τ.Μ.)

[2] Καστάνια: εξάρτημα οδοντωτού τροχού. (Σ.τ.Μ.)

ΠΕΝΤΕ ΔΥΣΚΟΛΙΕΣ ΓΙΑ ΝΑ ΓΡΑΨΕΙ ΚΑΝΕΙΣ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ

ΠΕΝΤΕ ΔΥΣΚΟΛΙΕΣ ΓΙΑ ΝΑ ΓΡΑΨΕΙ ΚΑΝΕΙΣ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ

Bertol BrechtΚι η τέχνη πρέπει, σ’αυτούς τους καιρούς των αποφάσεων να αποφασίσει. Μπορεί να κάνει
τον εαυτό της όργανο µιας µικρής µερίδας ορισµένων που παίζουν τις θεότητες της µοίρας για
τους πολλούς και που απαιτούν µια πίστη που πρέπει πρώτí απí όλα να είναι τυφλή, και µπορεί
να σταθεί στο πλευρό των πολλών και να βάλει τη µοίρα τους στα δικά τους χέρια. Μπορεί να
παραδώσει τον άνθρωπο στις συγχύσεις, τις αυταπάτες και τα θαύµατα, και µπορεί να παραδώ-
σει τον κόσµο στον άνθρωπο. Μπορεί να µεγαλώσει την αµάθεια και µπορεί να µεγαλώσει τη
γνώση. Μπορεί να κάνει έκκληση στις δυνάµεις που αποδείχνουν τη δύναµη τους καταστρέφο-
ντας, και στις δυνάµεις που αποδείχνουν τη δύναµη τους Βοηθώντας.

Όποιος σήµερα θέλει να πολεµήσει την ψευτιά και την αµάθεια και να γράφει την αλήθεια έχει ξε-
περάσει το λιγότερο πέντε δυσκολίες. Πρέπει να έχει το θάρρος να γράφει την αλήθεια παρόλο
που παντού την καταπνίγουν· την εξυπνάδα να την αναγνωρίσει παρόλο που τη σκεπάζουν πα-
ντού· την τέχνη να την κάνει ευκολοµεταχείριστη σαν όπλο την κρίση να διαλέξει εκείνους που στα
χέρια τους η αλήθεια θí αποχτήσει δύναµη· την πονηριά να τη διαδώσει ανάµεσα τους. Αυτές οι
δυσκολίες είναι µεγάλες για κείνους που γράφουν κάτω απí το φασισµό, υπάρχουν όµως και γιí αυ-
τούς που τους κυνήγησαν ή που έφυγαν ακόµα και για όσους γράφουν στις χώρες της αστικής ελευθε-
ρίας.

Α: Το θάρρος να γράψει κανείς την αλήθεια

Φαίνεται αυτονόητο πως αυτός που γράφει πρέπει να γράφει την αλήθεια, µε την έννοια δηλαδή
πως δεν πρέπει να την καταπνίγει ή να την αποσιωπά και πως δεν πρέπει να γράφει τίποτα που δεν εί-
ναι αληθινό. ∆εν πρέπει να σκύβει στους ισχυρούς, δεν πρέπει να εξαπατά τους αδύναµους. Είναι φυ-
σικά πολύ δύσκολο να µη σκύβεις στους ισχυρούς, και είναι πολύ κερδοφόρο να εξαπατάς τους α-
δύναµους. Το να µην αρέσεις στους πλούσιους σηµαίνει να παραιτείσαι απí τον πλούτο. Το να παραι-
τείσαι από την πληρωµή για καµωµένη δουλειά πάει να πει, σε ορισµένες συνθήκες, να θυσιάζεις τη
δουλειά, και το νí αποδιώχνεις τη φήµη ανάµεσα στους ισχυρούς σηµαίνει συχνά νí αποδιώχνεις κάθε
φήµη. Όλα αυτά απαιτούν θάρρος. Οι καιροί της πιο σκληρής καταπίεσης είναι τις πιο πολλές φορές
καιροί όπου γίνεται πολύς λόγος για µεγάλα και υψηλά πράγµατα. Χρειάζεται θάρρος για να µιλάς σε
τέτοιους καιρούς για πράγµατα τόσο χαµηλά και τόσο φτηνά, όπως το φαγητό και το σπίτι του εργα-
ζόµενου, µέσα σε µια βοή από ξεφωνητά ότι το βασικό είναι το πνεύµα της θυσίας. Όταν φορτώνουν
τους αγρότες µε τιµές, χρειάζεται θάρρος να µιλάς για µηχανήµατα και φτηνές ζωοτροφές που θα ευ-
κόλυναν την τιµηµένη δουλειά. Όταν απí όλους τους ραδιοσταθµούς ουρλιάζουν πως ο άνθρωπος χω-
ρίς γνώση και µάθηση είναι καλύτερος από το µορφωµένο, θέλει τότε θάρρος να ρωτήσεις: καλύτερος
για ποιόν; Όταν γίνεται λόγος για τέλειες και ατελείς φυλές, χρειάζεται θάρρος να ρωτήσεις αν ή πείνα
κι η αµάθεια κι ο πόλεµος δεν φέρνουν βαριές παραµορφώσεις. Και ξανά, θέλει θάρρος να πει κανείς
την αλήθεια για τον εαυτό του, το νικηµένο. Πολλοί καταδιωγµένοι χάνουν την ικανότητα να βλέπουν
τα λάθη τους. Η καταδίωξη τους φαίνεται η πιο µεγάλη αδικία. Αφού οι διώχτες που τους καταδιώ-
κουν είναι οι κακοί· εκείνοι, οι καλοί, διώκονται για την αρετή τους. Αυτή όµως ή αρετή χτυπήθηκε,
νικήθηκε κι εµποδίστηκε. Ήταν άρα µια αδύναµη αρετή, µια κακή, ανεπίτρεπτη, απαράδεχτη αρετή.
Γιατί δε µπορεί ποτέ να παραδεχτούµε στην αρετή την αδυναµία της, όπως στη βροχή την υγράδα της.
Το να πεις πως οι καλοί δεν νικήθηκαν γιατί ήταν καλοί παρά
γιατί ήταν ανή µ ποροι , αυτό χρειάζεται θάρρος . Φυσικά η αλήθεια πρέπει
να γράφεται µέσα στον αγώνα µε ψευτιά, και δεν πρέπει να ëναι κάτι το γενικό, το απρόσιτο και πολυ-
σήµαντο. Γιατί απí αυτήν ακριβώς τη γενική, απρόσιτη στόφα, είναι καµωµένη η ψευτιά. Όταν λένε
για κάποιον πως είπε την αλήθεια, πάει να πει πως µερικοί ή πολλοί ή κάποιος είπαν κάτι άλλο, κά-
ποιο ψέµα ή κάποια γενικότητα. Αυτός όµως είπε την αλήθεια, κάτι το πραχτικό. το πραγµατικό, το
αναντίρρητο, αυτό ακριβώς που έπρεπε να πει.
∆ε χρειάζεται πολύ θάρρος για να παραπονεθεί κανείς για την κακία του κόσµου γενικά και για το
θρίαµβο της ωµότητας και για νí απειλεί µε το θρίαµβο του πνεύµατος από ένα µέρος του κόσµου ό-
που του επιτρέπουν ακόµα να το κάνει αυτό. Ορθώνονται τότε πολλοί σα να ëταν κανόνια στραµµένα
ενάντια τους, ενώ τους κοιτάζουν µονάχα. µονόκλ. Ξεφωνίζουν τις γενικές τους απαιτήσεις σí ένα κό-
σµο που αγαπά τους ακίνδυνους ανθρώπους. Απαιτούν µια καθολική δικαιοσύνη για την οποία δε
δούλεψαν ούτε στο ελάχιστο και µια γενική ελευθερία. Απαιτούν ένα κοµµάτι απí τη λεία που έχει
τάχα κιόλας µοιραστεί από καιρό µαζί τους. Αλήθεια νοµίζουν πως είναι µονάχα αυτό που ακούγεται
όµορφα. Κι όταν ή αλήθεια είναι κάτι µε αριθµούς, κάτι το ξερό και χειροπιαστό, κάτι που για να το
ëβρεις θέλει κόπο και µελέτη, αυτά για κείνους δεν είναι αλήθεια, δεν τους εκστασιάζει. Αυτοί έχουν
το εξωτερικό παρουσιαστικό µονάχα των ανθρώπων που λένε την αλήθεια. Το τραγικό µí αυτούς εί-
ναι: ∆εν ξέρουν ποια είναι ή αλήθεια .

Β: Η εξυπνάδα να αναγνωρίσει κανείς την αλήθεια

Μια κι είναι δύσκολο να γράψει κανείς την αλήθεια. αφού την καταπνίγουν παντού, στους πιο πολ-
λούς φαίνεται ζήτηµα πεποιθήσεων µονάχα το αν θα γραφτεί ή όχι. Πιστεύουν πως το µόνο που χρειά-
ζεται είναι το κουράγιο. Ξεχνούν τη δεύτερη δυσκολία το να βρεθεί η αλήθεια. Γιατί µε κανένα
τρόπο δεν είναι εύκολο να τη βρει κανείς. Πρώτα – πρώτα είναι κιόλας δύσκολο να βρει κανείς ποια
αλήθεια αξίζει να ειπωθεί.
Για παράδειγµα τώρα, µπρος σí όλα τα µάτια, τα µεγάλα πολιτισµένα κράτη βουλιάζουν το ένα µε-
τά το άλλο στην πιο τροµερή βαρβαρότητα. Κι ακόµα, είναι γνωστό πως ο εσωτερικός πόλεµος, που
γίνεται µε τα πιο τροµαχτικά µέσα, µπορεί από ώρα σε ώρα να µετατραπεί σε εξωτερικό, που µπορεί
θαυµάσια να κάνει τον πλανήτη µας ένα γιγάντιο σωρό συντρίµµια. Αυτό είναι χωρίς αµφιβολία µια.
αλήθεια, υπάρχουν όµως φυσικά κι άλλες αλήθειες. Για παράδειγµα, δεν είναι ψέµα το ότι οι καρέκλες
έχουν πάτο και το ότι ή βροχή πέφτει από πάνω προς τα κάτω. Πολλοί γράφουν τέτοιου είδους αλή-
θειες. Μοιάζουν µε ζωγράφους που φιλοτεχνούν µε νεαρές φύσεις τους τοίχους καραβιών που βουλιά-
ζουν. Η πρώτη µας δυσκολία δεν υπάρχει γιí αυτούς, κι έχουν παρόλα αυτά τη συνείδηση τους ήσυχη.
Ανεπηρέαστοι από τους ισχυρούς, χωρίς όµως και να τους επηρεάζουν κι οι φωνές των κατατρεγµέ-
νων, ζωγραφίζουν τα τοπία τους. Το παράλογο στον τρόπο που ενεργούν τους δηµιουργεί ένα ´βαθύª
πεσσιµισµό, που τον πουλάνε σε καλή τιµή και που θα ëπρεπε στην πραγµατικότητα να τον έχουν οι
υπόλοιποι, που βλέπουν τέτοιους καλλιτέχνες και τέτοια ξεπουλήµατα. Και δεν είναι εύκολο ούτε καν
να διακρίνεις πως οι αλήθειες τους µοιάζουν µí αυτές για τις καρέκλες ή τη βροχή· τις πιο πολλές φο-
ρές δείχνουν ολότελα διαφορετικές, δείχνουν γιí αλήθειες πάνω σε σηµαντικά θέµατα. Γιατί ή ουσία
της καλλιτεχνικής διαµόρφωσης βρίσκεται ακριβώς στο ότι δίνει σηµασία σí αυτό που διαµορφώνει.
Χρειάζεται προσεχτική παρατήρηση για να διακρίνει κανείς πως το µόνο που λένε είναι: ´Μια κα-
ρέκλα είναι µια καρέκλαª, και: ´Κανείς δε µπορεί να εµποδίσει τη βροχή να πέφτει προς τα κάτωª.
Αυτοί οι άνθρωποι δεν καταφέρνουν να βρουν την αλήθεια που αξίζει να γραφτεί. Άλλοι πάλι
πραγµατικά καταπιάνονται µε τα πιο ζωντανά προβλήµατα, δεν τρέµουν ούτε τους καταπιεστές ούτε
τη φτώχεια και παρόλα αυτά δε µπορούν να δρουν την αλήθεια. Σí αυτούς λείπουν οι γνώσεις. Είναι
γεµάτοι από παλιές προλήψεις, από φηµισµένες συχνά καλοδιατυπωµένες αρχαίες προκαταλήψεις. Ο
κόσµος είναι πολύ περίπλοκος γιí αυτούς· δεν ξέρουν τα γεγονότα και δε διακρίνουν τους συσχετι-
σµούς. Εκτός απí τις πεποιθήσεις χρειάζονται και γνώσεις, που βρίσκονται, και µέθοδες, που µαθαίνο-
νται. Για όλους όσους γράφουν σí αυτούς τους καιρούς των περιπλοκών και των µεγάλων αλλαγών
χρειάζεται γνώση της µατεριαλιστικής διαλεκτικής, της οικονοµίας και της ιστορίας. Μπορεί να την
αποχτήσει κανείς απí τα βιβλία ή µε ζωντανή διδασκαλία, φτάνει, να µη λείπει ή απαραίτητη επιµέ-
λεια. Μπορεί κανείς νí ανακαλύψει πολλές αλήθειες µε πιο απλό τρόπο, αποσπάσµατα δηλ. της αλή-
θειας ή δεδοµένα που οδηγούν στην εύρεσή της. Αν θέλει κανείς να ερευνήσει, θα πρέπει να χρησιµο-
ποιεί µια µέθοδο – µπορεί όµως κανείς να βρει κάτι και χωρίς µέθοδο, και χωρίς ακόµα να ψάξει. Ό-
µως µε τέτοιο τυχαίο τρόπο δεν πετυχαίνει κανείς σχεδόν ποτέ µια τέτοια παρουσίαση της αλήθειας
που να λέει στους ανθρώπους τι πρέπει να κάνουν. Αυτοί που µονάχα καταγράφουν µικρογεγονότα
δεν είναι σε θέση να κάνουν τούτο τον κόσµο κατανοητό στους άλλους. Κιí όµως αυτός, και κανένας
άλλος είναι ο σκοπός της αλήθειας. Αυτοί οι άνθρωποι δεν εκπληρώνουν το καθήκον να γράφουν την
αλήθεια.

Όταν είναι κανείς πρόθυµος να γράψει την αλήθεια και ταυτόχρονα ικανός να την αναγνωρίσει, µέ-
νουν ακόµα τρεις δυσκολίες.
Γ: Η τέχνη να κάνει κανείς την αλήθεια ευκολοµεταχείριστη σαν όπλο

Η αλήθεια πρέπει να λέγεται για χάρη των πραχτικών της συνεπειών. Σαν παράδειγµα αλήθειας µε
καµιά, ή µε καµία σωστή πραχτική συνέπεια µπορεί να µας χρησιµέψει ή πλατιά διαδεδοµένη άποψη
πως σε ορισµένες χώρες επικρατούν άσχηµες συνθήκες που αίτια τους έχουν τη βαρβαρότητα. Σύµ-
φωνα µí αυτή την άποψη ο φασισµός είναι ένα κύµα βαρβαρότητας που ξέσπασε σε µερικές χώρες
µ ε τη δύνα µ η στοιχείου της Φύσης .
Σύµφωνα µí αυτή την άποψη ο φασισµός είναι µια καινούργια, τρίτη δύναµη που στέκεται δίπλα
στον καπιταλισµό και το σοσιαλισµό (και πάνω απí αυτούς)· όχι µονάχα το σοσιαλιστικό κίνηµα, αλ-
λά κι ο καπιταλισµός θα µπορούσε, και µετά τη γένεση του κινήµατος αυτού να συνεχίσει να υπάρχει
και χωρίς το φασισµό.
Η παραπάνω άποψη είναι βέβαια φασιστική, αποτελεί υποχώρηση µπροστά στο φασισµό. Ο φασι-
σµός είναι µια ιστορική φάση όπου µπήκε τώρα ο καπιταλισµός, κι έτσι είναι κάτι το καινούργιο και
παλιό µαζί. Ο καπιταλισµός στις φασιστικές χώρες υπάρχει πια µονάχα σαν φασισµός κι ο φασι -
σ µ ός δε µ πορεί να πολε µ ηθεί παρά σαν καπιταλισ µ ός στην πιο
ω µ ή και καταπιεστική του µ ορφή , σαν ο πιο θρασύς κι ο πιο δό -
λιος καπιταλισ µ ός .
Πως λοιπόν τώρα να πει κάποιος αντίπαλος του φασισµού την αλήθεια για το φασισµό όταν δε θέ-
λει να πει τίποτα για τον καπιταλισµό, που τον προκαλεί; Πως να ëχει η αλήθεια αυτή πραχτική σηµα-
σία;
Αυτοί που είναι αντίπαλοι του φασισµού χωρίς να ëναι αντίπαλοι του καπιταλισµού, αυτοί που πα-
ραπονιόνται για τη βαρβαρότητα που αίτια τάχα έχει τη βαρβαρότητα την ίδια, µοιάζουν µí ανθρώ-
πους που θέλουν το µερτικό τους απí τí αρνί χωρίς όµως να σφαχτεί το αρνί. Θέλουν να φάνε το κρέ-
ας, να µη δουν όµως τα αίµατα. Αυτοί θα ικανοποιηθούν αν ο χασάπης πλύνει τα χέρια του προτού
φέρει το κρέας στο τραπέζι. ∆εν είναι κατά των σχέσεων ιδιοκτησίας, που προκαλούν τη βαρβαρότη-
τα, παρά µονάχα κατά της βαρβαρότητας, υψώνουν τη φωνή εναντίον της, κι αυτό το κάνουν από χώ-
ρες όπου κυριαρχούν οι ίδιες σχέσεις ιδιοκτησίας, όπου όµως οι χασάπηδες πλένουν ακόµα τα χέρια
τους προ-τού φέρουν το κρέας στο τραπέζι.
Οι φωνακλάδικες διαµαρτυρίες κατά των βαρβαρικών µέτρων µπορεί να ëναι αποτελεσµατικές για
λίγο καιρό, όσο δηλαδή οι ακροατές τους πιστεύουν πως στη δικιά τους χώρα δε θα ëταν ποτέ δυνατό
να παρθούν τέτοια µέτρα. Ορισµένες χώρες είναι σε θέση να κρατήσουν τις σχέσεις ιδιοκτησίας τους
µε λιγότερο βίαια για την ώρα µέσα απí ότι άλλες. Εκεί ή δηµοκρατία προσφέρει ακόµα τις υπηρεσίες
για τις οποίες άλλες χώρες αναγκάζονται να καταφύγουν στη βία, δηλαδή την εξασφάλιση της ιδιο-
κτησίας στα µέσα παραγωγής. Το µονοπώλιο στα εργοστάσια, στα ορυχεία, στα τσιφλίκια δηµιουργεί
πάντα βάρβαρες καταστάσεις· σí αυτές τις χώρες είναι όµως λιγότερο ορατές. Η βαρβαρότητα γίνεται
ορατή απí τη στιγµή που το µονοπώλιο δε µπορεί πια να προστατευτεί παρά µονάχα µε την ανοιχτή
βία.
Μερικές χώρες, που δεν το ëχουν ακόµα αναγκαίο να παρατήσουν για χάρη των βάρβαρων µονο-
πωλίων ακόµα και τις τυπικές εγγυήσεις του κράτους δικαίου όπως και απολαύσεις σαν την τέχνη, τη
φιλοσοφία, τη λογοτεχνία, ακούνε µε ιδιαίτερη ευχαρίστηση τους φιλοξενούµενους τους να κατηγο-
ρούν την πατρίδα τους για την εγκατάλειψη τέτοιων αγαθών, µια κι ελπίζουν έτσι να βρουν πλεονε-
κτήµατα για τους πολέµους που περιµένουν. Να πει κανείς πως την αλήθεια τάχα τη βρήκαν όσοι φω-
νάζουν λόγου χάρη: λυσσασµένο αγώνα κατά της Γερµανίας, ´γιατί αυτή είναι τώρα ή αληθινή πατρί-
δα του κάκου, το παράρτηµα της κόλασης, το κατάλυµα του Αντίχριστουª; Μάλλον θα πρέπει να
πούµε πως πρόκειται για ανόητους, ανήξερους και βλαβερούς ανθρώπους. Γιατί απí αυτές τις φλυαρί-
ες συµπέρασµα βγαίνει πως αυτή ή χώρα πρέπει να σβήσει απí το χάρτη. Ολόκληρη, µí όλους της
τους ανθρώπους – τα αέρια δεν ξεδιαλέγουν τους υπαίτιους όταν σκοτώνουν.
Ό επιπόλαιος άνθρωπος που δεν ξέρει την αλήθεια εκφράζεται µε γενικότητες, παχιά λόγια κι αο-
ριστίες. Φλυαρεί για ´τουςª Γερµανούς, κλαψουρίζει για ´τοª κακό, κι εκείνος που τον ακούει, στην
καλύτερη περίπτωση, δεν ξέρει τι πρέπει να κάνει. Νí αποφασίσει να πάψει να είναι Γερµανός; Θα
εξαφανιστεί η κόλαση αν εκείνος είναι καλός; Κι οι κουβέντες για τη βαρβαρότητα που αιτία έχει τά-

χα τη βαρβαρότητα, τέτοιας λογής είναι. Λένε πως αιτία της βαρβαρότητας είναι ή βαρβαρότητα, κι η
βαρβαρότητα πολεµιέται µε την εξηµέρωση των ηθών, που τη φέρνει ή µόρφωση. Όλí αυτά είναι γε-
νικολογίες πέρα για πέρα, διατυπώσεις καµωµένες όχι για χάρη των πραχτικών συνεπειών, όπως θα
ëπρεπε· κατά βάθος είναι λόγια που δεν απευθύνονται σε κανέναν.
Τέτοιες αναλύσεις δείχνουν µόνο λίγους κρίκους απí όλη την αλυσίδα των αίτιων και παρασταί-
νουν τις κινητήριες δυνάµεις σαν τάχα ακατανίκητες. Τέτοιες αναλύσεις είναι όλο σκοτάδι, σκοτάδι
που κρύβει τις δυνάµεις εκείνες που ετοιµάζουν την καταστροφή. Λιγάκι φως, και να που προβάλουν
άνθρωποι σαν αίτιοι των καταστροφών! Γιατί ζούµε σε µια εποχή όπου το µέλλον του ανθρώπου είναι
ο άνθρωπος.
Ό φασισµός δεν είναι καµία φυσική καταστροφή που εξήγηση της να έχει τη ´φύσηª του ανθρώ-
που. Αλλά και στις φυσικές ακόµα καταστροφές υπάρχουν τρόποι παρουσίασης αντάξιοι του ανθρώ-
που· είναι αυτοί που κάνουν έκκληση στην αγωνιστική του δύναµη.
Μετά από ένα µεγάλο σεισµό που κατάστρεψε τη Γιοκοχάµα, έβλεπε κανείς σε πολλά αµερικάνικα
περιοδικά φωτογραφίες εκτάσεων µε ερείπια. Από κάτω έγραφε: ´Steel stoodª (το ατσάλι κράτησε).
Και πραγµατικά, αυτός που στην πρώτη µατιά είχε δει µονάχα συντρίµµια, έβλεπε τώρα, µε οξυµένη
την προσοχή απí αυτά τα λόγια, πως µερικά µεγάλα κτίρια είχαν σταθεί. Απí όλες τις περιγραφές ενός
σεισµού, ασύγκριτα οι πιο σηµαντικές είναι των µηχανικών, που υπολογίζουν τους κραδασµούς του
εδάφους, τις ωθήσεις, τη θερµότητα που αναπτύσσεται και τα παρόµοια, και που οδηγούν µí αυτό τον
τρόπο σε κατασκευές που αντιστέκονται στο σεισµό. Όποιος θέλει να περιγράψει το φασισµό και τον
πόλεµο, τις µεγάλες καταστροφές που δεν είναι φυσικές καταστροφές πρέπει να πει µια πραχτική αλή-
θεια. Πρέπει να δείξει πως πρόκειται για καταστροφές, που τις ετοιµάζουν ενάντια στις τεράστιες αν-
θρώπινες µάζες των εργαζοµένων χωρίς δικά τους µέσα παραγωγής, οι ιδιοκτήτες ακριβώς αυτών των
µέσων παραγωγής.
Αν θέλει κανείς να γράψει µí επιτυχία την αλήθεια για τις κακές συνθήκες πρέπει να τη γράψει έτσι
που να διακρίνονται οι, όχι αναπόφευκτες, αιτίες τους. Μιας και φάνουν τα – όχι αναπόφευκτα – αίτια,
µπορούν πια να πολεµηθούν οι κακές συνθήκες.

∆: Η κρίση να διαλέγει κανείς εκείνους που στα χέρια τους η αλήθεια
θí αποχτήσει δύναµη.

Οι συνήθειες του εµπορίου του γραφτού λόγου, της αγοράς των περιγραφών και των απόψεων, συ-
νήθειες µε ηλικία αιώνων, αφαιρούσαν από το συγγραφέα κάθε έγνοια για. το γραφτό του. Έδιναν δη-
λαδή στο συγγραφέα την εντύπωση πως ο εκδότης που τí αγοράζει, ο µεσάζοντας,, διάδινε τάχα τα
γραφτά του σí όλο τον κόσµο. Σκεφτόταν: εγώ µιλάω, κι όσοι θέλουν να µí ακούσουν µε ακούνε.
Στην πραγµατικότητα, µιλούσε – κι όσοι είχαν να πληρώσουν, τον άκουγαν. Τα λόγια του δεν τí άκου-
γαν όλοι, κι αυτοί που άκουγαν δεν ήθελαν να τí ακούσουν όλα. Πάνω σí αυτό έχουν ειπωθεί πολλά
και πάλι – όχι αρκετά. Εδώ θέλω µονάχα να τονίσω πως το ´γράφω σε κάποιονª έγινε ´γράφωª. Την
αλήθεια όµως δε µπορεί κανείς να τη ´γράψειª πρέπει να τη γράψει σε κάποιον , που να ëχει
κάτι να την κάνει. Η γνώση της αλήθειας είναι µια διαδικασία κοινή σí αυτούς που γράφουν κι αυτούς
που διαβάζουν. Για να γράψει κανείς σωστά πράγµατα πρέπει να ξέρει νí ακούει και πρέπει νí ακούει
σωστά πράγµατα. Η αλήθεια πρέπει να λέγεται µε περίσκεψη και νí ακούγεται µε περίσκεψη. Και για
µας που γράφουµε έχει σηµασία σε ποιον τη λέµε και ποιος µας τη λέει.
Την αλήθεια για τις κακές συνθήκες πρέπει να τη λέµε σí εκείνους που τις αντιµετωπίζουν στη χει-
ρότερη τους όψη κι απí αυτούς πρέπει να τις πληροφορούµαστε. ∆εν πρέπει να µιλάει κανείς µονάχα
σí ανθρώπους ορισµένων πεποιθήσεων, παρά σí εκείνους που θα τους ταίριαζαν αυτές οι πεποιθήσεις
εξαιτίας της κατάστασης τους. Κι οι ακροατές σας αλλάζουν αδιάκοπα! Ακόµα κι οι δήµιοι µπορούν
νí ακούσουν, όταν κοπούν οι πληρωµές για το κρέµασµα ή όταν ο κίνδυνος µεγαλώσει πολύ. Οι αγρό-
τες της Βαυαρίας ήταν αντίπαλοι κάθε ανατροπής· όταν τέλειωσε όµως ο πόλεµος κι όταν οι γιοι τους
γύριζαν σπίτι και δεν έβρισκαν πια τόπο στα χωράφια, τότε µπορούσε κανείς να τους κερδίσει για την
επανάσταση.
Γιí αυτούς που γράφουν έχει σηµασία να πετύχουν το σωστό τόνο της αλήθειας. Τις πιο πολλές
φορές ακούει κανείς ένα πολύ µαλακό, πονεµένο τόνο, φωνή ανθρώπων που δε µπορούν να βλάψουν
ούτε µύγα. Όποιος ακούει αυτόν τον τόνο και ζει µέσα στην εξαθλίωση βουλιάζει ακόµα βαθύτερα

µέσα σí αυτήν. Έτσι µιλάνε οι άνθρωποι που δεν είναι ίσως εχθροί, ποτέ όµως και συναγωνιστές. Η
αλήθεια είναι κάτι το µαχητικό, πολεµάει όχι άπλα και µόνο την ψευτιά, άλλα και ορισµένους ανθρώ-
πους, που τη διαδίνουν.
Ε: Η πονηριά να διαδίδει κανείς σε πολλούς την αλήθεια

Πολλοί, όντας περήφανοι που έχουν το θάρρος να λεν την αλήθεια, ευτυχισµένοι που τη βρήκαν,
κουρασµένοι ίσως απ’ τη δουλειά που χρειάζεται για να γίνει ευκολοµεταχείριστη, µες στην ανυπόµο-
νη αναµονή της παρέµβασης εκείνων που τα δικά τους συµφέροντα υπερασπίζονται, δεν νοµίζουν α-
παραίτητο να χρησιµοποιήσουν τώρα πονηριά για τη διάδοση της αλήθειας. Έτσι, πολλές φορές, η
δουλειά τους χάνει κάθε αποτέλεσµα. Σí όλες τις εποχές, όταν η αλήθεια καταπνίγονταν και κρύβο-
νταν, χρησιµοποιούσαν πονηριά για τη διάδοση της. Ο Κοµφούκιος παραχάραξε ένα παλιό, πατριωτι-
κό ιστορικό χρονικό. Άλλαξε µονάχα ορισµένες λέξεις. Εκεί που έλεγε: ´Ο κυρίαρχος της Κουν έβαλε
να θανατώσουν το φιλόσοφο Βαν γιατί είχε πει αυτό κι εκείνοª, ο Κοµφούκιος έβαλε αντί ´θανατώ-
σουνª – ´δολοφονήσουνª. Εκεί που έλεγε, ο τύραννος τάδε σκοτώθηκε σε µια απόπειρα εναντίον του,
ο Κοµφούκιος έβαζε ´εκτελέστηκεª. Έτσι άνοιξε ο Κοµφούκιος το δρόµο για µια καινούργια εκτίµη-
ση της Ιστορίας.
Όποιος στις µέρες µας λέει ´ πληθυσ µ ός ª αντί για ´ λαός ª και ´ γαιοϊδιο -
χτησία ª αντί για ´ γ ή ª, σταµάτησε κιόλας να υποστηρίζει πολλά απ’ τα ψέµατα. Βγάζει
απí τις λέξεις το σάπιο τους µυστικισµό. Η λέξη ´λαόςª υπονοεί µια κάποια ενότητα και κοινά συµ-
φέροντα, και θα ëπρεπε εποµένως να λέγεται µονάχα όπου πρόκειται για πολλούς λαούς, µια και µο-
νάχα εκεί, το πολύ -πολύ, µπορεί κανείς να φανταστεί κοινά συµφέροντα. Ο πληθυσµός µιας χώρας
έχει ποικίλα και µάλιστα αλληλοσυγκρουόµενα συµφέροντα, κι αυτό είναι µια αλήθεια που την κατα-
πνίγουν. Όµοια, όποιος λέει ´γηª, και δίνει χαρά στην όσφρηση και στα µάτια µιλώντας για τη µυρω-
διά της και για το χρώµα, αυτός υποστηρίζει τα ψέµατα των εξουσιαστών· γιατί το πρόβληµα δεν είναι
η καρπεράδα της γης, ούτε ή αγάπη του ανθρώπου για τη γη, ούτε ή εργατικότητα του, παρά βασικά η
τιµή του σταριού κι η αξία της δουλείας. Εκείνοι που βγάζουν τα κέρδη από τη γη δεν είναι αυτοί που
βγάζουν το στάρι, κι η µυρωδιά που ëχει το χώµα είναι άγνωστη στα χρηµατιστήρια. Αυτά έχουν άλ-
λες µυρωδιές. Αντίθετα, η λέξη γαιοϊδιοχτησία είναι ή σωστή· µí αυτή δε µπορεί κανείς να κοροϊδέψει
τους άλλους τόσο εύκολα. Για τη λέξη ´πειθαρχίαª θα ëπρεπε κανείς, όπου κυριαρχεί ή καταπίεση, να
διαλέξει τη λέξη ´ υπακοή ª, γιατί ή πειθαρχία µπορεί να υπάρχει και χωρίς τύραννο, κι έτσι έχει
πάνω της κάτι το πιο ευγενικό απí ό,τι η υπακοή. Και πιο καλή από τη λέξη ´ τι µ ή ª είναι το
:´ ανθρώπινη αξιοπρέπεια ª. Μí αυτή τη λέξη το άτοµο δεν εξαφανίζεται τόσο εύκολα.
Ξέρουµε δα τι σκυλολόι αγωνίζεται για να καταφέρει να ´υπερασπίσει την τιµήª ενός λαού! Και πόσο
σπάταλα µοιράζουν οι χορτάτοι τιµές σí αυτούς που τους χορταίνουν, πεινώντας οι ίδιοι. Η πονηριά
του Κοµφούκιου µπορεί και σήµερα να χρησιµοποιηθεί. Ο Κοµφούκιος έβαζε στη θέση των αδικαιο-
λόγητων κρίσεων πάνω σε εθνικά περιστατικά τις σωστές κρίσεις. Ο άγγλος Τόµας Μουρ περιέγραψε
στην ´Ουτοπίαª του µια χώρα όπου επικρατούσαν δίκαιες συνθήκες – ήταν µια χώρα πολύ διαφορετι-
κή απí τη χώρα που ζούσε, της έµοιαζε όµως πολύ, εκτός απí το καθεστώς!
Ό Λένιν, κάτω απ’ την απειλή της τσαρικής αστυνοµίας, ήθελε να περιγράψει την εκµετάλλευση
και την καταπίεση του νησιού Σαχαλίνη από τη ρωσική µπουρζουαζία. Έβαλε Ιαπωνία αντί Ρωσία και
Κορέα αντί για Σαχαλίνη. Οι µέθοδες της γιαπωνέζικης µπουρζουαζίας θύµιζαν σí όλους τους ανα-
γνώστες τις µέθοδες της ρώσικης στη Σαχαλίνη, αλλά ή µπροσούρα δεν απαγορεύτηκε, µια κι ή Ιαπω-
νία ήταν εχθρός της Ρωσίας.
Πολλά που δε µπορούν να ειπωθούν στη Γερµανία για τη Γερµανία µπορούν να ειπωθούν για την
Αυστρία.
Υπάρχουν πολλές πονηριές για να ξεγελάσει κανείς το καχύποπτο κράτος.
Ό Βολτέρος πολέµησε την πίστη στα θαύµατα που καλλιεργούσε η Εκκλησία µí ένα λαµπρό ποίη-
µα για την παρθένα της Ορλεάνης. Περιέγραψε τα θαύµατα που θα ëπρεπε σίγουρα να ëχαν συµβεί για
να µείνει η Ιωάννα παρθένα σí ένα στρατό, σε µιαν Αυλή και ανάµεσα σε καλόγερους.
Με την κοµψότητα του ύφους του και µε το να περιγράφει ερωτικές περιπέτειες απí τη γεµάτη πο-
λυτέλεια ζωή των κυρίαρχων τάξεων τις παράσυρε να αποµονώσουν µια θρησκεία που τους έδινε τα
µέσα γιí αυτή τη χαλαρή ζωή. Και µάλιστα, δηµιούργησε έτσι τη δυνατότητα να φτάσουν τα έργα του,
από παράνοµους δρόµους, σí εκείνους που απευθύνονταν. Οι Ισχυροί από τους αναγνώστες του προ-
ωθούσαν η ανέχονταν τη διάδοση. Αποµόνωναν έτσι την αστυνοµία, που τους υπεράσπιζε τις απο-
λαύσεις. Κι ο µεγάλος Λουκρήτιος τόνιζε ρητά πως για τη διάδοση του επικούρειου αθεϊσµού πολλά
περιµένει από την όµορφα των στίχων του.
Πραγµατικά, το υψηλό λογοτεχνικό επίπεδο µπορεί να χρησιµέψει σαν ασπίδα για ένα κείµενο. Συ-
χνά όµως ξυπνάει και τις υποψίες. Τότε µπορεί κανείς να το χαµηλώσει επίτηδες. Αυτό γίνεται, για
παράδειγµα, όταν κανείς µε την περιφρονηµένη µορφή του αστυνοµικού µυθιστορήµατος µπάζει λα-
θραία, σε ανύποπτα µέρη, περιγραφές κοινωνικών συνθηκών. Τέτοιες περιγραφές θα δικαίωναν, το
δίχως άλλο, ένα αστυνοµικό µυθιστόρηµα. Ο µεγάλος Σαίξπηρ χαµήλωσε το λογοτεχνικό επίπεδο για
πολύ λιγότερο σοβαρούς λόγους, όταν έγραψε επίτηδες αδύνατο το λόγο της µάνας του Κοριολανού,
µε τον οποίο αντιµετωπίζει το γιο της που εκστρατεύει ενάντια στην πατρίδα. Ό Σαίξπηρ ήθελε να δή-
ξει πως ο Κοριολανός δεν εγκαταλείπει τα σχέδια του για πραγµατικούς λόγους ή από µια βαθιά συ-
γκίνηση, άλλα από µια κάποια αδράνεια που τον έσπρωχνε στις παλιές του συνήθειες. Στο Σαίξπηρ
βλέπουµε κι ένα παράδειγµα αλήθειας που διαδίνεται µε πονηριά στο λόγο του Αντώνιου για το νεκρό
του Καίσαρα. Ασταµάτητα τονίζει πως ο δολοφόνος του Καίσαρα, ο Βρούτος, είναι έντιµος άνθρω-
πος, περιγράφει όµως και την πράξη του, κι η περιγραφή της πράξης είναι πιο δυνατή απí του δράστη·
ο ρήτορας αφήνεται έτσι µοναχός του να τον νικήσουν τα γεγονότα – τους δίνει πιο πολλή ´ευφρά-
δειαª απí όση στον εαυτό του. Ένας Αιγύπτιος ποιητής που έζησε πριν τέσσερις χιλιάδες χρόνια χρη-
σιµοποίησε µια παρόµοια µέθοδο. Η µέχρι τότε κυρίαρχη τάξη υπεράσπισε µε κόπο τη θέση της από
το .µεγάλο της αντίπαλο, το τµήµα του πληθυσµού που µέχρι τότε την υπηρετούσε. Στο ποίηµα που
αναφέρουµε, έρχεται στην αυλή του άρχοντα ένας σοφός και καλεί όλους σε αγώνα κατά του εσωτε-
ρικού εχθρού. Περιγράφει πολλή ώρα και διεξοδικά την αναταραχή που γεννήθηκε µε την εξέγερση
των κατώτερων στρωµάτων. Να ποια ήταν η περιγραφή:
Κι είναι έτσι: Οι µεγάλοι όλο παράπονα κι οι ταπεινοί όλο χαρά. Κάθε πόλη λέει: “Aς διώξουµε
από δω τους δυνατούς
Κι είναι έτσι: το συρτάρια ανοίγουν, παίρνουν τους καταλόγους, οι κολίγοι γίνονται αφέντες
Κι είναι έτσι: Ό γιος του φηµισµένου πια δεν ξεχωρίζει· το παιδί της κυράς γίνεται της σκλάβου
της γιος.
Κι είναι έτσι: Τους αφέντες ζέψανε στο µαγγανοπήγαδο. Αυτοί που τη µέρα δεν είχαν αντικρίσει,
βγήκανε στο φως.
Κι είναι έτσι: Τις εβένινες κάσες της θυσίας τις σύντριψαν· το υπέροχο ξύλο σεστέµ το πελεκάνε
για κρεβάτια.
Κοιτάτε, έπεσε η πρωτεύουσα µέσα σε µιαν ώρα.
Κοιτάτε, της χώρας οι φτωχοί γένηκαν πλούσιοι.
Κοιτάτε, ψωµί όποιος δεν είχε έχει τώρα αποθήκη· κι αυτό που είναι µέσα ήταν το βιός ενός αλ-
λού.
Κοιτάτε, είναι καλό στον άνθρωπο το φαγητό του.
Κοιτάτε, καλαµπόκι· όποιος δεν είχε έχει τώρα αποθήκες· καλαµποκόσπορο όποιος ζητιάνευε
µοιράζει τώρα µοναχός του.
Κοιτάτε, όποιος δυο βόδια δεν είχε κοπάδια έχει τώρα· αυτός που του ëλειπαν ζώα για τí αλέτρι έ-
χει τώρα κοπάδια από ζώα.
Κοιτάτε, εκείνος που κάµαρη δεν είχε να χτίσει έχει τώρα τέσσερις τοίχους.
Κοιτάτε, οι Σύµβουλοι στις αποθήκες γυρεύουν καταφύγιο· αυτός που στον τοίχο να γείρει δε µπο-
ρούσε κρεβάτι έχει τώρα.
Κοιτάτε, αυτός που βάρκα δεν έφτιαχνε δικιά του καράβια έχει τώρα, και σαν ο ιδιοκτήτης τα
κοιτάξει, δικά του δεν είναι τώρα πια.
Κοιτάτε, ρούχα όσοι είχαν τώρα είναι κουρελήδες κι όποιος πριν ύφαινε γιí άλλον, τώρα φοράει
λεπτό λινό.
Ό πλούσιος νηστικός κοιµάται· αυτός που πριν για ζητιανιά τον παρακάλαγε έχει και πίνει καλό
κρασί.
Κοιτάτε, αυτός που τίποτα δεν ήξερε από άρπα έχει µια τώρα· αυτός που µπρος του δεν τραγου-
δούσαν παινεύει τώρα τη µουσική.
Κοιτάτε, αυτός που από φτώχεια µονάχος κοιµόταν βρίσκει τώρα γυναίκα· αυτή που στο νερό κοι-
τούσε το πρόσωπο, τώρα έχει καθρέφτη.
Κοιτάτε, οι µεγάλοι της χώρας γύρω τρέχουν χωρίς να ëχουν δουλειά. Στους µεγάλους τίποτα δε
λένε πια.
Ο παλιός αγγελιαφόρος στέλνει τώρα άλλον.
Κοιτάτε, πέντε σταλµένοι από τον κύριό τους. Λένε: Ας πάρει τώρα ο καθένας το δρόµο του, φτά-
σαµε.
Καταλαβαίνει κανείς πως µια τέτοια περιγραφή της αναταραχής θα πρέπει να την παρουσιάζει
στους καταπιεζόµενους σαν πολύ επιθυµητή κατάσταση. Κι όµως, τον ποιητή δύσκολα µπορούν να
τον πιάσουν. Καταδικάζει αυτές τις συνθήκες ρητά, όµως αδέξιαÖ
Ό Τζόναθαν Σουίφτ πρότεινε σε µια µπροσούρα, για να οδηγηθεί ή χώρα στην ευηµερία να παστώ-
σουν τα παιδιά των φτωχών και να τα πουλήσουν για κρέας. Παρουσίασε ακριβείς υπολογισµούς που
απόδειχναν πως κανείς µπορεί να εξοικονοµήσει πολλά αν δε διστάζει µπροστά σε τίποτα.
Ό Σουίφτ παρίστανε τον κουτό. Υπεράσπισε ένα ορισµένο, µισητό του τρόπο σκέψης µε πολλή
φλόγα κι ευσυνειδησία, σí ένα θέµα όπου ολόκληρη η προστυχιά του ερχόταν στο φως, ορατή στον
καθένα. Ό καθένας θα µπορούσε να ëναι πιο έξυπνος απí τον Σουίφτ, ή τουλάχιστο πιο ανθρωπινός,
ιδιαίτερα εκείνος που µέχρι τότε δεν είχε ερευνήσει ορισµένες απόψεις τι συνέπειες έχουν.
Η προπαγάνδα για τη σκέψη , σ í όποιον το µ έα και να γίνεται ,
είναι χρήσι µ η για την υπόθεση των καταπιεσ µ ένων . Μια τέτοια προπα-
γάνδα είναι απόλυτα απαραίτητη. Κάτω από κυβερνήσεις που υπηρετούν την εκµετάλλευση, η σκέψη
περνάει για ταπεινή ασχολία.
Ταπεινή ασχολία περνιέται αυτή που είναι χρήσιµη σí αυτούς που τους κρατάνε ταπεινούς. Ταπεινή
λογίζεται η αδιάκοπη έγνοια για το φαγητό· η περιφρόνηση των διακρίσεων που κρεµάνε στους υπε-
ρασπιστές µιας χώρας όπου οι ίδιοι πεινούν· η αµφιβολία για τους ηγέτες που οδηγούν στην κατα-
στροφή· η απέχθεια στη δουλειά που δε δίνει ψωµί· η εναντίωση στον εξαναγκασµό σε παράλογες
πράξεις· η αδιαφορία απέναντι στην οικογένεια που το ενδιαφέρον δεν της έκανε τίποτα πια. Τους πει-
νασµένους τους βρίζουν έκλυτους που δεν έχουν τίποτα να υπερασπίσουν, δειλούς που αµφιβάλλουν
για τους καταπιεστές τους, τους βρίζουν πως δεν έχουν εµπιστοσύνη στις δυνάµεις τους, πως θέλουν
πληρωµή για τη δουλειά τους, τους λένε αρχιτεµπέληδες και τα παρόµοια. Κάτω από τέτοιας κυβερ-
νήσεις η σκέψη γενικά λογίζεται ταπεινό πράγµα και πέφτει σε κατατρεγµό. Πουθενά πια δε διδά-
σκουν, κι όπου βλέπουν κάτι τέτοιο το καταδιώκουν. Παρόλα αυτά πάντα υπάρχουν πεδία όπου µπο-
ρεί κανείς να µιλήσει ατιµώρητα για τα επιτεύγµατα της σκέψης· είναι τα πεδία όπου οι δικτατορίες
χρειάζονται τη σκέψη. Έτσι, µπορεί κανείς για παράδειγµα νí αποδείξει τα επιτεύγµατα της σκέψης
στον τοµέα της πολεµικές επιστήµης και της τεχνικής. Και η παράταση των αποθεµάτων µαλλιού µε
µια καλύτερη οργάνωση ή µε την εφεύρεση συνθετικών, κι αυτό χρειάζεται σκέψη. Το σκάρτεµα των
µέσων διατροφής, η εκπαίδευση των νέων για τον πόλεµο, όλα αυτά χρειάζονται σκέψη: η σκέψη αυ-
τή µπορεί να περιγραφεί. Μπορεί κανείς µε πονηριά να αποφύγει τον έπαινο του πολέµου, του άσκε-
φτου σκοπού αυτής της σκέψης. Έτσι, η σκέψη που ξεκινάει από το πρόβληµα πως να κάνει κανείς
ένα πόλεµο κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο µπορεί να οδηγήσει στο ερώτηµα αν αυτός ο πόλεµος
έχει νόηµα, και µπορεί να χρησιµοποιήσει για να λύσει το πρόβληµα του πως αποφεύγεται µε τον κα-
λύτερο τρόπο ένας πόλεµος χωρίς νόηµα.
Φυσικά, αυτό το ερώτηµα δύσκολα µπορεί νí αξιοποιηθεί, δηλαδή να διαµορφωθεί σε σκέψη που
να επεµβαίνει στην πραγµατικότητα; Μπορεί.
Για να συνεχίσει σε µια εποχή σαν τη δική µας να είναι δυνατή η καταπίεση, που υπηρετεί την εκ-
µετάλλευση της µιας (της µεγαλύτερης) µερίδας του πληθυσµού από την (µικρότερη) άλλη µερίδα,
χρειάζεται µια πέρα για πέρα συγκεκριµένη βασική στάση του πληθυσµού, που πρέπει να απλώνεται
σí όλα τα πεδία. Μια ανακάλυψη στον τοµέα της ζωολογίας, όπως του Άγγλου ∆αρβίνου, θα µπορού-
σε νí αποβεί ξαφνικά επικίνδυνη για την εκµετάλλευση· παρόλα αυτά, για ένα διάστηµα µονάχα η Εκ-
κλησία ασχολιόταν µí αυτή, ενώ η αστυνοµία δεν καταλάβαινε τίποτα. Οι έρευνες των φυσικών οδή-
γησαν τα τελευταία χρόνια σε συµπεράσµατα στον τοµέα της λογικής που θα µπορούσαν να βάλουν
σε κίνδυνο µια σειρά άρθρων πίστης χρήσιµων στην καταπίεση. Ο φιλόσοφος του πρωσικού κράτους
Χέγκελ, στη διάρκεια δύσκολων αναζητήσεων στον τοµέα της λογικής, έδωσε στους Μαρξ και Λένιν,
τους κλασικούς της προλεταριακής επανάστασης, µέθοδες ανυπολόγιστης αξίας. Η ανάπτυξη των επι-
στηµών γίνεται σε αλληλεξάρτηση, ανισόµετρα όµως, και το κράτος δεν είναι σε θέση να τα επιβλέπει
όλα. Οι µαχητές της αλήθειας µπορούν να διαλέγουν πεδία µάχης σχετικά αφύλαχτα. Όλα κρέµονται

από το αν διδάσκεται ο σωστός τρόπος σκέψης, ένας τρόπος σκέψης που να ρωτάει όλα τα πράγµατα
κι όλες τις διαδικασίες για την προσωρινή τους και τη µεταλλάξιµη πλευρά. Οι εξουσιαστές έχουν ι-
σχυρή αποστροφή στις µεγάλες αλλαγές, θα ëθελαν όλα να µείνουν όπως είναι, τουλάχιστο για χίλια
χρόνια. Το καλύτερο θα ëταν το φεγγάρι να ëµένε ακίνητο, κι ο ήλιος να µην προχωρούσε πια! Τότε
κανένα δε θα τον έπιανε πείνα και δε θα γύρευε να φάει για βράδυ. Όταν πυροβολήσουν θέλουν ο αν-
τίπαλος να µη µπορεί πια. να ρίξει, θέλουν ο δικός τους πυροβολισµός να ëναι ο τελευταίος. Ένας
τρόπος παρατήρησης που τονίζει ιδιαίτερα το παροδικό, είναι καλό µέσο για να δώσει κανείς κουρά-
γιο στους καταπιεσµένους. Ακόµα, το ότι σε κάθε πράγµα και σε κάθε κατάσταση παρουσιάζεται κι
αναπτύσσεται µια αντίφαση, κι αυτό είναι κάτι που πρέπει νí αντιπαραχτεί στους νικητές. Ένας τέ-
τοιος τρόπος παρατήρησης (όπως η διαλεκτική, η διαδικασία για τη ροή των πραγµάτων) µπορεί να
χρησιµοποιηθεί στην έρευνα αντικειµένων που για ένα διάστηµα ξεφεύγουν απí την προσοχή των ε-
ξουσιαστών. Μπορεί να τον εφαρµόσει κανείς στη βιολογία ή στη χηµεία. Μπορεί όµως κανείς να τον
εξασκήσει και περιγράφοντας την τύχη µιας οικογένειας, χωρίς να προκαλέσει πολύ την προσοχή. Η
εξάρτηση κάθε πράγµατος από πολλά αλλά, που αδιάκοπα αλλάζουν, είναι µια σκέψη επικίνδυνη για
δικτατορίες, και µπορεί να εµφανιστεί µε διάφορους τρόπους χωρίς να δώσει λαβή στην αστυνοµία.
Μια ολοκληρωµένη περιγραφή όλων των καταστάσεων και διαδικασιών που συναντά ένας άνθρωπος
που ανοίγει ένα καπνοπωλείο µπορεί νí αποτελέσει σκληρό χτύπηµα στην δικτατορία. Ο καθένας που
σκέφτεται λίγο θα βρει το γιατί. Οι κυβερνήσεις που οδηγούν τις µάζες των ανθρώπων στην εξαθλίω-
ση πρέπει νí αποφύγουν το να σκέφτονται οι εξαθλιωµένοι την κυβέρνηση. Μιλάνε πολύ για µοίρα.
Αυτή, κι όχι οι ίδιοι, φταίει τάχα για την ανέχεια. Όποιος ερευνάει την αίτια της ανέχειας τον συλλαµ-
βάνουν, προτού φτάσει στην κυβέρνηση. Είναι όµως δυνατό νí αντιµετωπίσει κανείς γενικά τις φλυα-
ρίες για τη µοίρα· µπορεί κανείς να δείξει πως τη µοίρα του ανθρώπου τη φτιάχνουν άνθρωποι.
Αυτό πάλι µπορεί να γίνει µε πολλούς τρόπους. Μπορεί, για παράδειγµα, να διηγηθεί κανείς την ι-
στορία ενός υποστατικού στην Ισλανδία· ολόκληρο το χωριό µιλάει για µια κατάρα εκεί. Μια αγρό-
τισσα ρίχτηκε στο πηγάδι, ένας αγρότης κρεµάστηκε. Μια µέρα γίνετí ένας γάµος, ο γιος του αγρότη
παντρεύεται µε µια κοπέλα που φέρνει µερικά χωράφια προίκα. Η κατάρα εξαφανίζεται. Το χωριό δεν
έχει οµόφωνη γνώµη για την αίτία αυτής της αλλαγής προς το καλύτερο. Άλλοι την αποδίνουν στη
χαρούµενη φύση του νεαρού αγρότη, άλλοι στα χωράφια που έφερε µαζί της η νεαρή αγρότισσα και
που κάνουν το υποστατικό για πρώτη φορά βιώσιµο. Άλλα και σí ένα ποίηµα ακόµα που περιγράφει
ένα τοπίο µπορεί κανείς κάτι να πετύχει, αν δηλαδή στη φύση ενσωµατωθούν τα πράγµατα τα καµω-
µένα από τον άνθρωπο. Χρειάζεται πονηριά για να διαδοθεί η αλήθεια.

Ανακεφαλαίωση

Η µεγάλη αλήθεια της εποχής µας (που δεν υπηρετεί κανείς µε το να τη βρει µονάχα, που όµως χω-
ρίς αυτή καµιά άλλη σηµαντική αλήθεια δε µπορεί να βρεθεί) είναι ότι η ήπειρος µας βουλιάζει στη
βαρβαρότητα επειδή προσπαθούν να διατηρήσουν µε τη βία τις σχέσεις ιδιοκτησίας στα µέσα παρα-
γωγής. Τι ωφελεί να γράψει κανείς κάτι θαρραλέο απí όπου να βγαίνει πως ή κατάσταση που βρι-
σκόµαστε είναι βάρβαρη (που είναι αλήθεια) αν δε φαίνεται ξεκάθαρα για ποιο λόγο φτάσαµε σí αυτή
την κατάσταση; Πρέπει να πούµε ότι τα βασανιστήρια γίνονται γιατί πρέπει να διατηρηθούν οι σχέσεις
ιδιοκτησίας. Φυσικά, λέγοντας το αυτό χάνουµε πολλούς φίλους που είναι αντίθετοι στα βασανιστήρια
γιατί πιστεύουν πως οι σχέσεις ιδιοκτησίας θα µπορούσαν να διατηρηθούν και χωρίς αυτά (που δεν
είναι αλήθεια).
Πρέπει να πούµε την αλήθεια για τις βάρβαρες συνθήκες στη χώρα µας για να µπορέσει να γίνει
αυτό που θα τις εξαφανίσει, δηλαδή αυτό που θ’ αλλάξει τις σχέσεις ιδιοκτησίας.
Πρέπει ακόµα να το πούµε σí εκείνους που υποφέρουν πιο πολύ απí όλους κάτω απí τις σηµερινές
σχέσεις ιδιοκτησίας, που έχουν το πιο δυνατό συµφέρον για την αλλαγή τους, στους εργάτες, και σí
εκείνους που µπορούµε να οδηγήσουµε στους εργάτες σαν σύµµαχους, γιατί στην πραγµατικότητα δεν
έχουν ούτε κι εκείνοι ιδιοκτησία στα µέσα παραγωγής, όσο κι αν παίρνουν µερίδιο απí τα κέρδη.
Και πρέπει, πέµπτο, να βαδίσουµε µε πονηριά.
Κι όλες αυτές τις πέντε δυσκολίες πρέπει να τις ξεπερνάµε ταυτόχρονα, γιατί δεν µπορούµε να ε-
ρευνάµε την αλήθεια για τις βάρβαρες συνθήκες χωρίς να σκεφτόµαστε εκείνους που υποφέρουν κάτω
απ’ αυτές, και καθώς, διώχνοντας κάβε πειρασµό δειλίας, γυρεύουµε τις αληθινές αιτίες µε τη σκέψη

µας στραµµένη σí εκείνους που είναι πρόθυµοι να χρησιµοποιήσουν τις γνώσεις τους, πρέπει ταυτό-
χρονα να σκεφτόµαστε και το πως θα τους δώσουµε την αλήθεια µε τρόπο που να ëναι στα χέρια τους
όπλο, και µε τόση πονηριά που η µετάδοση αυτή να µη µπορεί νí ανακαλυφτεί και να εµποδιστεί από
τον εχθρό.
Τέτοιες είναι λοιπόν οι απαίτησες µας, όταν ζητάµε από τους συγγραφείς να γράφουν την αλήθεια.

1935, Πάρισι, ´Συνέδριο για την υπεράσπιση της Κουλτούραςª – Μπέρτολ Μπρεχτ